Με τους γιατρούς δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα καλή σχέση. Κι αν κάποτε ο λόγος ήταν ότι σιχαινόμουν τα εμβόλια και την εξέταση με το ξυλάκι στη γλώσσα (που μου φέρνει αηδία ακόμα και σήμερα), σήμερα θα έπρεπε αυτή η σχέση θεωρητικά να έχει βελτιωθεί. Θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα τους αντιπαθώ λίγο λιγότερο από τους μπάτσους, άντε κι από τους δικηγόρους.

Μην αρχίσετε τα «δεν είναι όλοι έτσι, οι λίγοι βγάζουν το κακό όνομα στους πολλούς, σ’όλα τα επαγγέλματα υπάρχουν καλοί και κακοί» και τέτοια, τα ξέρω αυτά. Μπορεί και να είναι δικό μου το πρόβλημα, να είμαι προκατειλημμένος μαζί τους, αλλά δεν έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου έστω και έναν γιατρό που να εμπιστευτώ απόλυτα (να φανταστείτε ότι δικηγόρο έχω γνωρίσει!).

Θα σας περιγράψω την περιπέτεια που πέρασα, εξαιτίας ενός τέτοιου Inglorious Docter, και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, και λογικά θα αποτύχω, όπως και τις άλλες φορές που το επιχείρησα.

Όλα ξεκίνησαν την περασμένη Κυριακή, όταν εντελώς ανεξήγητα άρχισα να κρυώνω, την ώρα που έβλεπα σε DVD το «Seven Pounds» με τον Γουιλ Σμιθ (πολύ καλή ταινία, αγαπάμε Γουιλ από την εποχή του «Fresh Prince of Belair. Άσχετο). Λέω «εντελώς ανεξήγητα», γιατί έκανε αυγουστιάτικη ζέστη και δεν είναι και πολύ συνηθισμένο ένας άνθρωπος να τουρτουρίζει από το κρύο στα μέσα του Αυγούστου.

Την εξήγηση την έδωσε το θερμόμετρο: 37.8 – νέο ατομικό ρεκόρ για το 2009, αλλά πολύ μακριά από το περσινό, όταν έπαθα γαστρεντερίτιδα στον Στρατό και άγγιξα το 39.

Τέλος πάντων, πήρα ένα αντιπυρετικό και ησύχασα. Μπορεί και να μου πέρναγε και χωρίς χάπι – υπάρχει καταγεγραμμένη η περίπτωση που με έπιασαν άγρια ρίγη στο ημίχρονο του αγώνα Ολυμπιακός-Γιουβέντους, όταν ακόμα ο Ολυμπιακός κέρδιζε, και στο τέλος, μετά το γκολ του Κόντε, μου πέρασαν από μόνα τους, προφανώς φοβούμενα την οργή μου. Και πολύ καλά έκαναν.

Στο θέμα μας. Το επόμενο πρωί δεν ήμουν και πολύ καλά. Πόναγε λίγο ο λαιμός, ένιωθα σαν να είχε περάσει οδοστρωτήρας πάνω από το κεφάλι μου, τέτοια απλά πραγματάκια. Αλλά κατά τ’άλλα μια χαρά. Από τα συμπτώματα είχα ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχα ένα απλό κρύωμα, από αυτά που όλος ο κόσμος παθαίνει κατά καιρούς και κανείς δεν ανησυχεί μήπως πεθάνει από αυτό. Αλλά έλα που διανύουμε περίοδο τρομοκρατίας και όλοι νομίζουν ότι με το πρώτο φτάρνισμα έχουν πάθει την γρίπη των χοίρων και πρέπει να μείνουν σε καραντίνα για να μη μολύνουν και τους άλλους! Έτσι, αναπόφευκτα μου πέρασε κι εμένα απ’το μυαλό ότι μπορεί να την είχα πατήσει τελικά και να μην είχα ανοσία στη γρίπη (ως γνωστό γουρούνι), και άρχισα να σκέφτομαι να συντάξω τη διαθήκη μου. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι δεν έχω τίποτα να αφήσω σε κανέναν, και τα παράτησα.

Ωστόσο, ήταν φανερό ότι αυτό που είχα πάθει ΔΕΝ ήταν γρίπη. Γιατί ούτε επίμονο πυρετό είχα (με ένα αντιπυρετικό εξαφανίστηκε), ούτε βήχα ή έστω δύσπνοια, ούτε καν πονοκέφαλο. Μέχρι το βράδυ εκείνης της μέρας, όμως, εμφανίστηκε ένα άλλο περίεργο σύμπτωμα: Ένας πόνος στα μάτια, κάθε φορά που κινούσα τις κόρες των ματιών στις άκρες τους. Δεν ήταν και κανένας φρικτός πόνος, αλλά ένιωθα σαν να νύσταζα όλη μέρα, ενώ δεν ήθελα να κοιμηθώ. Παράξενα πράγματα.

Πρωί Τρίτης: Τα ίδια, συν κάτι καινούργιο: Μια μύτη τελείως βουλωμένη, να μην περνάει ούτε μόριο αέρα από μέσα της. Και ο πόνος στα μάτια ακάθεκτος. Δυστυχώς, ήταν πλέον προφανές ακόμα και για μένα: Έπρεπε να πάω σε *γκουλπ!* γιατρό.

Εκείνο το πρωί, επίσης, συνειδητοποίησα ότι ο πόνος που ένιωθα στα μάτια δεν επικεντρωνόταν μόνο εκεί, αλλά και γενικότερα στα φρύδια, πάνω από τη μύτη και γενικά στην περιοχή που επιστημονικά ονομάζεται «ιγμόρειο». Έκανα, λοιπόν, ένα google search για το λήμμα «ιγμορίτιδα» και ανακάλυψα ότι τα συμπτώματα αυτής της ασθένειας (που δεν μπορώ να κρατηθώ και να μη γελάσω όταν ακούω ή λέω το όνομά της) ήταν περίπου ίδια με τα δικά μου. Αλλά δεν ήθελα να το ρισκάρω και να κάνω μόνος μου τη διάγνωση μέσω Internet – άλλωστε μιλάμε για το ίδιο Internet όπου βρίσκεις ιστοσελίδες που αρνούνται ότι συνέβη το Ολοκαύτωμα, ότι μας κυνηγάνε οι Νεφελίμ και τέτοια.

Έτσι, το ίδιο απόγευμα πήγα σε έναν γιατρό, όχι σε κάποιον που ήξερα, σε έναν γνωστό γνωστού, καθότι οικογενειακός γιατρός δεν υπάρχει – και να υπήρχε, δε θα με άντεχε για πολύ. Όταν του είπα για τα συμπτώματα, φόρεσε τη μάσκα που προστατεύει από τον ιό της γρίπης και άλλα τέτοια δαιμόνια (κάτι που εκείνη την ώρα μου κακοφάνηκε, αλλά τελικά ήταν απολύτως λογικό: Δε με είχε εξετάσει για να ξέρει αν είχα τη γρίπη) και με εξέτασε. Με ακροάστηκε (τα ακροαστικά μου ήταν ίσως καλύτερα από ποτέ – αλλά δε μου το είπε), μου πήρε την πίεση (χαμηλή, όπως πάντα), είδε το λαιμό μου (χάλια, όπως ήταν αναμενόμενο). Μετά επιστρέψαμε στο γραφείο του, όπου άρχισε το θέατρο του παραλόγου.

Τα ακροαστικά ήταν μια χαρά, πυρετός δεν υπήρχε, δηλαδή τα βασικά συμπτώματα της γρίπης δεν ήταν εκεί. Κι όμως, αυτός επέμεινε να πάω να κάνω ένα σωρό εξετάσεις, για να σιγουρευτούμε ότι δεν ήταν η γρίπη των χοίρων! «Μα δεν έχω βήχα ή πυρετό», αντέτεινα, για να πάρω την απάντηση: «Μπορεί σε σένα να εμφανίζεται αλλιώς, μπορεί να σε χτύπησε στα μάτια και γι’αυτό να πονάς εκεί». Ναι, η γρίπη-χαμαιλέων.

Όταν παρατήρησα ότι θα μπορούσε και να είναι μια απλή ιγμορίτιδα, απάντησε: «Αν ήταν άλλη εποχή, θα σου έδινα απλά αντιβίωση, αλλά τώρα ποτέ δεν ξέρεις»…Σαν να λέμε «Μωρέ ιγμορίτιδα έχεις, αλλά κάνε και μερικές εξετασούλες 200 ευρώ σε μια ωραία ιδιωτική κλινική, να’χουν δουλειά κι αυτοί οι κακομοίρηδες καλοκαιριάτικα».

Και αναρωτιέμαι: Οι γιατροί δεν πρέπει να καθησυχάζουν τον κόσμο; Να μην πανικοβάλλουν τους εύπιστους ανθρώπους που φοβούνται ότι η γρίπη είναι κάτι σαν την πανούκλα και θα μας εξοντώσει όλους; Να είναι, τέλος πάντων, πιο ψύχραιμοι από τους ασθενείς τους; Να δίνουν σωστές ιατρικές συμβουλές; Τι από τα παραπάνω έκανε ο συγκεκριμένος γιατρός;

Κι αν εγώ είμαι πολύ λογικός άνθρωπος και δεν είχα καμία διάθεση να κάνω αυτές τις εξετάσεις, οι γύρω μου μάλλον είχαν παραφρονήσει, επηρεασμένοι προφανώς από το κλίμα τρομοκρατίας που καλλιεργούν τα ΜΜΕ. Όχι μόνο με πίεσαν να πάω και να κάνω αυτές τις άχρηστες και ακριβές εξετάσεις (ευτυχώς όχι με δικά μου λεφτά – εξάλλου δεν είχα τόσα), αλλά σχεδόν με έσυραν με το ζόρι στην ιδιωτική κλινική που ο ίδιος ο γιατρός υπέδειξε (γιατί;).

Χθες το πρωί, λοιπόν, βρέθηκα στην εν λόγω κλινική. Μου πήραν δείγμα από τον φάρυγγα για να δουν αν υπήρχε το στέλεχος του ιού Η1Ν1 (με μια απαίσια διαδικασία που θα κάνω πολύ καιρό να ξεχάσω – καλά, μπορεί και να υπερβάλλω, βασικά ήταν το ξυλάκι στη γλώσσα που με ενοχλούσε) και μετά μου πήραν αίμα. Δεν κατάλαβα γιατί ακριβώς χρειαζόταν αυτό το τελευταίο, αλλά τέλος πάντων. Μετά έκανα και μια ακτινογραφία προσώπου, για να δούμε και το ιγμόρειο (η μόνη εξέταση που ήταν χρήσιμη). Την ακτινογραφία θώρακος που ζήτησε δεν την έκανα, όχι τόσο γιατί έκανε 70 ευρώ, όσο επειδή ήταν εντελώς άχρηστη: Αν δεν είχα τη γρίπη, δε θα έδειχνε τίποτα, ενώ αν την είχα θα το είχαμε ήδη μάθει από την εξέταση που είχα ήδη κάνει, και μόνο αν έβγαινε θετική θα υπήρχε λόγος να κάνω την ακτινογραφία.

Τα αποτελέσματα βγήκαν το απόγευμα. Άνοιξα πρώτα-πρώτα τον φάκελο που είχε τα αποτελέσματα για τη γρίπη. Το χαρτί που βρισκόταν μέσα έγραφε:

(συνεχίζεται στο επόμενο…)

(καλά ντε, μια πλάκα κάναμε. Διαβάστε παρακάτω)

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξέταση ήταν αρνητική. Η γενική αίματος, από την άλλη, ήταν σχεδόν τέλεια. Και η ακτινογραφία έδειχνε αυτό που υποψιαζόμουν: Ιγμορίτιδα.

Ήθελα να τρίψω τις εξετάσεις στη μούρη του γιατρού, αλλά αντ’αυτού απλά πήγα πάλι στο ιατρείο του, τού τις έδειξα και μου έγραψε τα (πανάκριβα) φάρμακά μου. Δεν πέταξα καμία σπόντα, γιατί δεν είχα καμία όρεξη – μετά από την πρωινή ταλαιπωρία αρρώστησα ακόμα χειρότερα, και μάλλον έχασα το χιούμορ μου.

Κι έτσι, μετά απ’όλα αυτά, κάθομαι τώρα σπίτι για να ξεκουραστώ όχι τόσο από την αρρώστια, όσο από την ψυχική κούραση που μου προκάλεσε όλη αυτή η ηλίθια ιστορία. Και φυσικά εύχομαι να είχα πιστέψει εκείνο το site όπου είχα διαβάσει για την ιγμορίτιδα, και να είχα γλιτώσει απ’όλα αυτά.

Inglourious Docters. Coming soon to a hospital near you.

Advertisements