Εδώ και αρκετά χρόνια, περίπου οκτώ ή εννιά, έχω ένα παράξενο χόμπι: Συχνά τα βράδια ξενυχτάω δίπλα στο ραδιόφωνο, ακούγοντας εκπομπές αθλητικών ραδιοφωνικών σταθμών. Για όσους και όσες δεν το ξέρουν, οι αθλητικοί σταθμοί (και όχι μόνο, αν δεν κάνω λάθος) μετά τα μεσάνυχτα δίνουν την ευκαιρία στον κόσμο να βγει στον αέρα και να πει τη γνώμη του για τα τεκταινόμενα στο χώρο του αθλητισμού. Βέβαια, συχνά η κουβέντα ξεφεύγει από τη μπάλα και πηγαίνει στην πολιτική και  στην ιστορία, κι αυτό κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσες αυτές τις εκπομπές. Θυμάμαι ότι ήμουν μαθητής στο Λύκειο ακόμα όταν άκουσα για πρώτη φορά τέτοια εκπομπή, και είχα αποφασίσει ότι ήθελα κι εγώ κάποτε να κάνω κάτι τέτοιο. Να αφήνω, δηλαδή, τον καθένα να μου λέει τον πόνο του, να βγαίνουν μετά κι άλλοι να σχολιάσουν τον πόνο του άλλου και να πουν και τον δικό τους, κι εγώ στη μέση, σαν σταθμάρχης που βλέπει τα τρένα να περνούν, να σηκώνω και να κλείνω τηλέφωνα. Μέχρι σήμερα δεν το έχω πετύχει.

Να σημειώσω ότι τέτοιες εκπομπές υπάρχουν και το μεσημέρι, αλλά οι βραδινές είναι πιο ενδιαφέρουσες, γιατί αυτοί που τηλεφωνούν είναι πιο ενδιαφέροντες τύποι: Νταλικέρηδες που αναζητούν παρέα στο μοναχικό ταξίδι τους, νυχτοφύλακες που βαριούνται τη ζωή τους, φαντάροι που περιμένουν να τελειώσει η σκοπιά τους, μεθυσμένοι τύποι που δεν έχουν άλλο τρόπο να περάσουν το βράδυ τους, ή απλώς άνθρωποι κολλημένοι με τη μπάλα, που δεν έχουν πρόβλημα να χάσουν δύο ώρες από τον ύπνο τους προκειμένου να μιλήσουν για δύο λεπτά για την αγαπημένη τους ομάδα. Όλο το underground μαζεμένο σε μία εκπομπή – σαν να βλέπεις τον «Δράκουλα των Εξαρχείων» σε γήπεδο.

Τέλος πάντων, γι’αλλού ξεκίνησα κι αλλού μ’έβγαλε ο δρόμος. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι, ακούγοντας αυτές τις εκπομπές για αρκετά χρόνια, έχω βγάλει κάποια συμπεράσματα για το τι συμβαίνει όταν σε έναν απλό άνθρωπο δίνεται η δυνατότητα να μιλήσει σε ένα μικρόφωνο – έστω κι αν το «κοινό» του είναι καμιά δεκαριά άλλοι ξενύχτηδες. Και να τι εννοώ:

– Πρώτον, οι περισσότεροι που τηλεφωνούν σε τέτοιες εκπομπές είναι «σεσημασμένοι», δηλαδή τηλεφωνούν σχεδόν σε καθημερινή βάση, ο παρουσιαστής της εκπομπής τους ξέρει με το μικρό τους όνομα και ξέρει περίπου τι θα πουν. Το να μιλάς σε μικρόφωνο είναι εθιστικό: Όταν το κάνεις μια φορά, θες να το ξανακάνεις. Νιώθεις ότι το κοινό σου σε επευφημεί, ότι θέλει κι άλλο, κι έτσι νιώθεις κι εσύ όχι μόνο χαρούμενος που έχεις ικανοποιήσει το κοινό σου, αλλά και «υποχρεωμένος» να το ικανοποιήσεις και πάλι το επόμενο βράδυ, για να μην το απογοητεύσεις. Αποκτάς μια αυτοπεποίθηση, πιστεύεις ότι εκφράζεις όλον τον κόσμο (ή τουλάχιστον τον κόσμο της ομάδας σου) και τελικά καταλήγεις αυτοανακηρυχθείσα αυθεντία, να λες τη γνώμη σου επί παντός επιστητού και να εκνευρίζεσαι με όποιον διαφωνεί μαζί σου. Λοιπόν, κοίτα να δεις: Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους δημοσιογράφους. Στην αρχή είναι λίγο «μαγκωμένοι», αλλά όταν νιώσουν ότι έχουν την αποδοχή του κόσμου αρχίζουν να επιβάλλουν τη γνώμη τους. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και στους bloggers. Και στους πολιτικούς. Και σε όλους όσους εκτίθενται δημόσια – όσο «δημόσια» κι αν είναι. Σύμπτωση; Μάλλον όχι.

– Όταν μιλάς δημόσια, ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός. Όπως οι πολιτικοί στα τοκ-σόου ζητούν συνέχεια «να ολοκληρώσουν τη φράση τους», και εκνευρίζονται όταν ο πολιτικός του άλλου κόμματος ζητάει το ίδιο πράγμα, έτσι και σε αυτές τις εκπομπές όλοι όσοι τηλεφωνούν διαμαρτύρονται ότι ο προηγούμενος μίλησε ένα τέταρτο, ενώ οι ίδιοι δηλώνουν ότι «θα πουν δυο πραγματάκια μόνο» και καταλήγουν να μιλούν ένα μισάωρο! Η έννοια της συντομίας δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο ούτε των πολιτικών, ούτε και αυτών των τύπων. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να πουν όσο το δυνατόν περισσότερα, όση ώρα κι αν χρειαστεί. Αν μπορούσαν να μιλάνε όλο το βράδυ, θα το έκαναν χωρίς δισταγμό – το ίδιο και οι πολιτικοί, αν μπορούσαν θα μιλούσαν για μια ολόκληρη εκπομπή χωρίς να τους διακόψει κανένας. Σύμπτωση; Μπα…

– Κλασική ατάκα σε τέτοιες εκπομπές: «Κοίτα να δεις, εγώ παρακολουθώ μπάλα 46 χρόνια…». Το λένε για να δείξουν στον παρουσιαστή ότι έχουν δει πολλά τα μάτια τους και ξέρουν τα πάντα για το ποδόσφαιρο – ισχύει όμως; Όχι. Είναι σαν να λέει κάποιος «κοίτα να δεις, εγώ έχω δει όλες τις ταινίες του βωβού κινηματογράφου…» για να μας πείσει ότι ξέρει αν ήταν καλή η τελευταία ταινία του Χάρι Πότερ. Γιατί όση σχέση έχει ο σημερινός κινηματογράφος με αυτόν της εποχής του Μπάστερ Κίτον, άλλη τόση έχει και το ποδόσφαιρο της δεκαετίας του ’70 με το σημερινό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, αυτός που τηλεφωνεί και δεν έχει καμία φερεγγυότητα εκ των προτέρων (αφού δεν είναι γνωστός) νιώθει την ανάγκη να πείσει αυτούς που τον ακούνε ότι είναι γνώστης του θέματος, κανονική αυθεντία. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος να το πετύχει. Και η πλάκα είναι ότι συχνά πιάνει: Όπως οι ιστορίες που διηγούνται οι παππούδες στα εγγόνια τους, έτσι και οι ιστορίες από το Γουέμπλεϊ ή από το ματς του Ολυμπιακού με τη Σάντος δημιουργούν ένα δέος στους νεώτερους, οι οποίοι άντε να έχουν δει το 0-1 του Παναθηναϊκού μέσα στο Άμστερνταμ. Κι έτσι, οι απόψεις που εκφράζουν φέρουν την υπογραφή μιας «αυθεντίας», όσο ανάποδες κι αν είναι, με τον ίδιο τρόπο που οι απόψεις ενός «βετεράνου» πολιτικού ή δημοσιογράφου θεωρούνται ιδιαίτερα βαρύνουσες χάρη στο πλούσιο παρελθόν του. Κι ας είναι το παρόν τους εντελώς άδειο.

– Οι «κακές συνήθειες» του Έλληνα βγαίνουν πάντα σε αυτές τις εκπομπές. Η γκρίνια για τον προηγούμενο που μίλαγε ένα τέταρτο, ο εκνευρισμός για τον άλλο που ήταν γαύρος και κορόιδευε την ομάδα του ενώ εκείνοι δεν έχουν φτάσει ποτέ στους 4 της Ευρώπης, ο εκνευρισμός ενός άλλου γαύρου με αυτόν, που η ομάδα του έχει να δει πρωτάθλημα κάτι χρόνια, η απαξίωση ενός άλλου προς όλους τους ποηγούμενους, γιατί θεωρεί πως η ομάδα του θα έπρεπε να είναι αιώνια πρωταθλήτρια αλλά την έχουν φάει τα κυκλώματα, το παραλήρημα ενός άλλου για τους Εβραίους που κάνουν κουμάντο στον κόσμο και άρα και στο ελληνικό ποδόσφαιρο, η αγανάκτηση κάποιου άλλου που παρανόησε μια κουβέντα του παρουσιαστή και τον βρίζει πατόκορφα χωρίς να τον αφήνει να εξηγήσει τι εννοούσε…Όπως στο καφενείο ο καθένας λέει τα δικά του, αλλά σχολιάζει και αυτά που λέει ο άλλος για να ενισχύσει τη δική του γνώμη. Καβγάδες για ασήμαντα θέματα, που κάποιοι τα παίρνουν πολύ στα σοβαρά. Ενώ άλλοι τα παίρνουν στ’αστεία και γελάνε μαζί τους και παρακολουθούν την κουβέντα, χωρίς να συμμετέχουν. Το Καφενείον «η Ελλάς».

Συμπέρασμα: Αυτά παθαίνεις όταν δίνεις σε έναν Έλληνα το μικρόφωνο…

Advertisements