Με τον Ν. γνωριστήκαμε πριν από τρεις εβδομάδες περίπου. Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ πριν, αν και μπαινόβγαινα καθημερινά στην πολυκατοικία του. Μας έφερε σε επαφή μια κοινή μας γνωστή, που του μίλησε για μένα. Του είπε ότι έψαχνα για δουλειά, και αυτός προσφέρθηκε να με βοηθήσει.

Ο Ν. δούλευε σε καθημερινή εφημερίδα. Όχι σαν δημοσιογράφος. Αλλά ήθελε να με βοηθήσει. Δεν ήταν πατέρας ή αδελφός μου, δεν θα είχε κανένα όφελος από μένα, δε με ήξερε καν. Αλλά ήθελε να βοηθήσει.

Ζήτησε να με δει, και λίγο αργότερα ανέβηκα στο διαμέρισμά μου. Ήταν πιο νέος απ’ό,τι περίμενα, γύρω στα 30. Επίσης, ήταν πολύ πιο ομιλητικός απ’ό,τι περίμενα. Με εντυπωσίασε η άνεση με την οποία μιλούσε και με κέρδισε η οικειότητα με την οποία απευθυνόταν σε έναν άγνωστο.

Έμεινα εκεί για περίπου μία ώρα, κατά τη διάρκεια της οποίας με κατατόπισε πλήρως σχετικά με την εφημερίδα, το status της, τα πρόσωπα που τη διευθύνουν…Ήξερε τα πάντα, και ήθελε να μου τα μάθει κι εμένα. Μου μιλούσε στον ενικό, ενώ εγώ απέφευγα τις αντωνυμίες επειδή δεν ήξερα αν έπρεπε να του μιλήσω σε ενικό ή πληθυντικό. Πριν φύγω μου έδωσε το mail του και μου είπε να του στείλω ένα βιογραφικό μου και κάποια προτεινόμενα θέματα. Όπως και έπραξα μερικές μέρες αργότερα.

Για περίπου μία εβδομάδα δεν είχα νέα του. Σκεφτόμουν ότι θα είχε πολλή δουλειά, ή ότι θα προσπάθησε να με προωθήσει, αλλά για κάποιον λόγο ανωτέρας βίας (π.χ. οικονομική κρίση) αυτό κατέστη αδύνατον. Αλλά δεν πέρασε καν από το μυαλό μου ότι μπορεί να με είχε κοροϊδέψει. Ήμουν σίγουρος πως δε θα έκανε κάτι τέτοιο, κι ας τον ήξερα λίγες μέρες μόλις.

Ώσπου, την περασμένη Πέμπτη, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Ν. , που ήθελε να μου δώσει το τηλέφωνο του αρχισυντάκτη, ώστε να κανονίσουμε μία συνάντηση. Τον ευχαρίστησα, αλλά επέμενε ότι δεν είχε κάνει τίποτα και ό,τι είχε γίνει το είχα καταφέρει με την αξία μου. Ήξερα ότι δεν ήταν έτσι, αλλά δεν του το είπα.

Του τηλεφώνησα την Παρασκευή, για να του πω ότι είχα κανονίσει συνάντηση με τον αρχισυντάκτη για την ερχόμενη Τετάρτη. Τον ευχαρίστησα πάλι, και μου είπε το ίδιο πράγμα. Μου έδωσε οδηγίες για να πάω στα γραφεία της εφημερίδας. Κλείνοντας, μου είπε να τον πάρω τηλέφωνο όταν φτάσω για να συναντηθούμε πριν το interview. Υποσχέθηκα πως θα το κάνω.

Σήμερα το μεσημέρι, πλησιάζοντας την εξώπορτα της πολυκατοικίας του, είδα από μακριά ένα χαρτί κολλημένο στον τοίχο. Φαντάστηκα ότι θα ήταν κάποια ειδοποίηση για συνέλευση πολυκατοικίας ή για πληρωμή καθυστερημένων κοινοχρήστων. Αλλά πλησιάζοντας περισσότερο, κατάλαβα ότι ήταν κηδειόχαρτο. Και έγραφε πάνω το ονοματεπώνυμο του Ν.

Η πρώτη αντίδραση σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντα η άρνηση. Είναι το τελευταίο καταφύγιο πριν την απελπισία, σκέφτεσαι ‘δεν μπορεί να είναι έτσι τα πράγματα, κάτι άλλο θα συμβαίνει’. Έτσι κι εγώ, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν κάποιος παππούς του, ή κάποιος ξάδερφός του, ή οποιοσδήποτε άλλος τέλος πάντων που είχε το ίδιο όνομα με αυτόν, εκτός από αυτόν.

Αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία. 32 ετών, έγραφε το χαρτί, τόσο ήταν ο Ν. 32 ετών, γαμώτο, σαν τον Χριστό!

Η επόμενη αντίδραση μετά από την κατάρριψη της άρνησης είναι ένα ολόκληρο σύμπλεγμα συναισθημάτων, που συνοψίζεται σε μία και μόνη λέξη: Σοκ. Μούδιασμα, νέκρωση του εγκεφάλου, το στόμα μόνιμα ανοιχτό, παραλήρημα μέσα απ’τα χείλη. Σοκ.

Αυτός ο άνθρωπος, ο Ν., που είχα γνωρίσει μόλις μερικές εβδομάδες νωρίτερα, που ήταν νέος άνθρωπος και όλοι μου έλεγαν ότι έπρεπε να του μιλάω στον ενικό, που με είχε βοηθήσει χωρίς να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα, είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα σε ατύχημα. Δεν υπήρχε πια. Δεν υπάρχει πια. Δεν θα τον πάρω τηλέφωνο όταν φτάσω στα γραφεία της εφημερίδας την Τετάρτη. Πώς μπορεί κανείς να το συνηθίσει αυτό;

Έχω ήδη φορτιστεί συναισθηματικά, πολύ περισσότερο απ’όσο μπορεί να αντέξει αυτό το κείμενο. Δεν θέλω να γράψω τίποτα άλλο.

Αντίο, Ν…

Advertisements