Όλα ξεκίνησαν ένα βροχερό απριλιάτικο απόγευμα του 512.077 π.Χ., στην κεντρική πλατεία του πρωτόγονου οικισμού των Νεάντερνταλ, που δεν απείχαν και πολύ σε νοημοσύνη από τις αμοιβάδες (από τις οποίες και είχαν εξελιχθεί σχετικά πρόσφατα).

Εκείνο το βροχερό απόγευμα, λοιπόν, κάποιος είχε μεγάλη έμπνευση. Ήταν ο Γκλύμπτρουνγκ, ο πρώτος καλλιτέχνης της ανθρώπινης ιστορίας. Και πήρε αυτόν τον τίτλο εκείνο το απόγευμα, που η βροχή είχε μετατρέψει το χώμα σε λάσπη. Ο ήρωάς μας έπιασε με τα χέρια του τη λάσπη, αγνοώντας κάθε κανόνα υγιεινής. Αλλά αφού τότε δεν υπήρχαν κανόνες υγιεινής, δεν είχε κανένα πρόβλημα.

Έπιασε, λοιπόν, τη λάσπη με τα χέρια του και άρχισε να την πλάθει. Σιγά-σιγά, η λάσπη πήρε μορφή, μέχρι που έφτασε να μοιάζει με πίθηκο. Για την ακρίβεια, έμοιαζε πολύ με τον εαυτό του, αλλά αυτό δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζει, γιατί δεν είχε εφευρεθεί ακόμα ο καθρέφτης. Ευτυχισμένοι άνθρωποι.

Στο μεταξύ, όμως, είχε νυχτώσει και ο ήρωάς μας άφησε το αριστούργημά του και επέστρεψε στην σπηλιά του, όπου η μάνα του τον κατσάδιασε που είχε αργήσει, και πού γύριζε τέτοια ώρα, και σπίτι δεν έχει, και κάτσε να γυρίσει ο πατέρας σου από το κυνήγι μαμούθ και θα δεις τι θα πάθεις, και τέτοια. Οι μάνες ήταν πάντα ίδιες, από την αυγή της ανθρωπότητας.

Το επόμενο πρωί, κι αφού έφαγε μια ξεγυρισμένη μερίδα φρέσκο μαμούθ για πρωινό, επέστρεψε εκεί που είχε φτιάξει τον χωμάτινο πήθικό του. Και εκεί τον περίμενε μια έκπληξη: ο πρωινός ήλιος είχε ξεράνει τη λάσπη και είχε κάνει το αριστούργημά του στερεό!

Ο Γκλύμπτρουνγκ εντυπωσιάστηκε από το έργο του (μπορεί να μην υπήρχαν καθρέφτες, αλλά ψώνια υπήρχαν από τότε), και πήγε να το δείξει στα άλλα μέλη της φυλής. Οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν τι τους έδειχνε ο ήρωάς μας, και απογοητεύτηκαν όταν αυτός τους ενημέρωσε ότι δεν μπορούσαν να το φάνε. Ωστόσο, δύο από τους συγχωριανούς του έδειξαν ενδιαφέρον και ήθελαν να το αποκτήσουν: ο Φραγκλμπργκτζτ (χάριν συντομίας, Φρανκ), ο πρώτος επιχειρηματίας της ανθρωπότητας, και ο Κουκρμπτζνάνγκ (για τους φίλους, Κουκ), ο πρώτος μάγειρας του ανθρώπινου είδους. Και οι δύο ήθελαν να αποκτήσουν τον πήλινο πίθηκο πάση θυσία, όμως η απόφαση ήταν του Γκλύμπτρουνγκ. Και αυτός ζύγισε τις δύο περιπτώσεις και κατέληξε ότι ο Φρανκ δεν είχε τίποτα να του προσφέρει (αφού το χρήμα δεν είχε εφευρεθεί ακόμα, οπότε τι να σου κάνει ένας άφραγκος επιχειρηματίας;), ενώ ο Κουκ θα μπορούσε σε αντάλλαγμα να του φτιάξει αμέτρητα μαμούθμπεργκερ, τα χάμπουργκερ της εποχής, όπως μόνο αυτός ήξερε να τα φτιάχνει. Κι έτσι, αποφάσισε να δώσει το γλυπτό του στον Κουκ, με το αζημίωτο φυσικά.

Ο Φρανκ εξοργίστηκε με την (απολύτως λογική) απόφαση του Γκλύμπτρουνγκ, ακριβώς επειδή ήταν απολύτως λογική. Και σκέφτηκε έναν τρόπο για να μην την ξαναπατήσει έτσι.

Μία εβδομάδα αργότερα, ο Φρανκ εμφανίστηκε στην πλατεία του οικισμού με μία επαναστατική ιδέα: Να χρησιμοποιήσουν σαν μέσο συναλλαγών τα κοχύλια που ήταν άφθονα στην περιοχή, ώστε όλοι να μπορούν να αποκτήσουν τα αγαθά που παράγουν οι άλλοι, χωρίς να χρειαστεί να παραχωρήσουν τα δικά τους αγαθά. Όλα τα αγαθά θα είχαν μια συγκεκριμένη τιμή σε κοχύλια, η οποία θα ήταν μεταβλητή και θα εξηρτάτο από τη σπανιότητα του κάθε αγαθού, αλλά και από την προσφορά που θα υπήρχε γι’αυτό. Ήταν το πρώτο οικονομικό μανιφέστο, καθώς και η πρώτη εμφάνιση του χρήματος στην ανθρώπινη σκέψη.

Σε μια σύγχρονη, αυτάρκη κοινωνία που θα λειτουργούσε χωρίς χρήμα, μια τέτοια ιδέα θα φαινόταν στην καλύτερη περίπτωση περιττή, στην χειρότερη επικίνδυνη. Αλλά, όπως είπαμε, εκείνη την εποχή οι πιθηκάνθρωποι ήταν λίγο πιο έξυπνοι από τις αμοιβάδες. Και ενθουσιάστηκαν από την ιδέα του Φρανκ, πιστεύοντας ότι αυτή η ριζοσπαστική ιδέα θα ανέτρεπε τις ζωές τους. Κάτι τέτοιο έγινε, βέβαια, αλλά όχι ακριβώς όπως το περίμεναν…

Γιατί ο Φρανκ, όπως είπαμε, ήταν το πρώτο επιχειρηματικό πνεύμα που είδε ο πλανήτης μας. Και είναι κρίμα που αστόχησε εκείνο το μαμούθ που παραλίγο να τον πατήσει όταν ήταν 3 χρονών, γιατί ίσως ο κόσμος σήμερα να ήταν πολύ διαφορετικός.

Βλέπετε, ο Φρανκ είχε φροντίσει να μαζέψει όλα τα κοχύλια απ’όλη τη γύρω περιοχή, ώστε να είναι ο μόνος πλούσιος Νεάντερνταλ και να κάνει ό,τι θέλει.

Πράγματι, ο Φρανκ έκανε ό,τι ήθελε. Οι ακόχυλοι συγχωριανοί του ζητούσαν κοχύλια, ώστε να αγοράσουν είδη πρώτης ανάγκης, και τότε ο Φρανκ είχε μια νέα ιδέα: Τους έδινε κοχύλια, υπό την προϋπόθεση ότι θα του επέστρεφαν τα διπλάσια μετά από καθορισμένο χρονικό διάστημα, αλλιώς θα έχαναν τη σπηλιά τους. Και οι εξαθλιωμένοι Νεάντερνταλ αναγκάζονταν να δεχτούν, προκειμένου να ζήσουν. Ο Φρανκ ήταν ο πρώτος τραπεζίτης όλων των εποχών, ενώ φημολογείται ότι ήταν και ο πρώτος εκατομμυριούχος (σε κοχύλια) της ανθρώπινης ιστορίας.

Όλα έμοιαζαν σαν παραμύθι για τον Φρανκ, όμως η αλήθεια είναι ότι ούτε αυτός έζησε καλά, ούτε εμείς καλύτερα. Ο Φρανκ ήταν ο πρώτος που έμαθε ότι τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία, καθώς δολοφονήθηκε με 24 απανωτές ροπαλιές από τον γιο του, τον Φρανκ τον 2ο, που δεν μπορούσε να περιμένει πότε θα πέθαινε για να τον κληρονομήσει.

Όσο για τους υπόλοιπους, δυσκολεύτηκαν στην αρχή, αλλά τελικά προσαρμόστηκαν στη νέα κατάσταση. Όταν συνειδητοποίησαν ότι είχαν ο καθένας ένα μονοπώλιο στα χέρια τους, αύξησαν κατακόρυφα τις τιμές των προϊόντων τους, αναγκάζοντας τον πρώτο ρεπόρτερ της εποχής να αναφωνήσει ‘σε τι κόσμο φέρνουμε τα παιδιά μας;’.

Ε, τη συνέχεια λίγο-πολύ την ξέρετε…Αργότερα οι άνθρωποι βαρέθηκαν τα κοχύλια και το γύρισαν στον χρυσό, τον χαλκό και σε άλλα γυαλιστερά πετρώματα που οι ίδιοι βάφτισαν ‘πολύτιμα’ και με την πάροδο των αιώνων μετέτρεψαν το χρήμα από μέσο συναλλαγής σε μέσο εξουσίας, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στη σημερινή, απόλυτα υλιστική κοινωνία.

Και όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνο το μαλακισμένο μαμούθ δεν είχε αστοχήσει εκείνη τημέρα…

Advertisements