(περίληψη προηγουμένου: Η θεία Χαρίκλεια πέθανε. Και ποιος νοιάζεται; Εσύ καθόλου, αλλά το υπόλοιπο σόι θρηνεί. Και πρέπει να πας κι εσύ να τους δείξεις πόσο στενοχωρέθηκες. Και, φυσικά, δεν μπορείς να πας μόνος…)

Έχεις μείνει με το τηλέφωνο στο χέρι, ψάχνοντας έναν ανώδυνο τρόπο να ενημερώσεις την υπόλοιπη οικογένεια ότι πρέπει να μεταφερθείτε όλοι μαζί στο χωριό, για να θρηνήσετε τον χαμό μιας αντιπαθητικής θείας. Και μάλιστα άμεσα.

Πριν προλάβεις να σκεφτείς κάποιον τέτοιο, ανώδυνο τρόπο (κι ευτυχώς, γιατί δεν υπάρχει), ακούς έναν θόρυβο από την κρεβατοκάμαρα. Ακούστηκε σαν βρυχηθμός πεινασμένου λιονταριού, αλλά είναι κάτι ακόμα χειρότερο: Η γυναίκα σου, που χασμουριέται, έχοντας μόλις σηκωθεί από την αγκαλιά του Mορφέα (δε φαντάζεσαι πόσο ανακουφίστηκε ο Mορφέας). Μάλλον την ξύπνησε το τηλέφωνο. Από την άκρη του διαδρόμου, μέσα από το σκοτάδι που δημιουργούν τα κλειστά παντζούρια, ξεπροβάλλει η μορφή της. Αν έβλεπες αυτή τη μορφή από τόσο κοντινή απόσταση ένα βράδυ να στρίβει στη γωνία, μάλλον θα πάθαινες έμφραγμα επιτόπου. Αλλά μετά από τόσα χρόνια γάμου, το έχεις συνηθίσει πια.

Όσο σε πλησιάζει το θηρίο, που βαδίζει αργά και απειλητικά σαν να σε περιεργάζεται (στην πραγματικότητα προσπαθεί να καταλάβει ποιος είσαι – χωρίς καφέ ούτε το όνομά της δε θυμάται), φαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Τα μάτια της, με αυτό το κενό βλέμμα που έχει την ίδια εκφραστικότητα με τη μάσκα του Jasοn την ώρα που αυτός αποδεκατίζει μια ολόκληρη κατασκήνωση. Τα μαλλιά της, που πετάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, λες και την είχαν στην ηλεκτρική καρέκλα – αλήθεια, τι στο διάολο κάνει κάθε βδομάδα στο κομμωτήριο; Και φυσικά το σώμα της, αυτός ο υπέροχος καμβάς πάνω στον οποίο ασέλγησες κάποτε, με αποτέλεσμα να κάνει δύο παιδιά και να καταστραφεί για πάντα. Έχει μείνει άραγε άθικτο έστω και ένα από τα στοιχεία που σε έκανε να την παντρευτείς; Mπααααα…

Προσπαθείς να την καλοπιάσεις. Φοράς ένα πλατύ, προσποιητό χαμόγελο και προετοιμάζεις τα σάλια σου.

– Καλημέρα, αγάπη μου!

Αντί να απαντήσει, απλώς μουγκρίζει και σε προσπερνά σαν να μην ήσουν καν εκεί. Άδικος κόπος. Αν δεν πιει τον καφέ της, δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Mήπως θα ήταν πιο απλό να ξεκινήσεις από τα παιδιά;

Πηγαίνεις στο δωμάτιο των παιδιών. Ανοίγεις αθόρυβα την πόρτα και βλέπεις τα αγγελούδια σου να κοιμούνται γαλήνια. Πώς να τα ξυπνήσεις πρωινιάτικα; Σου κάνει καρδιά; Όχι, αλλά πρέπει να το κάνεις.

Ανάβεις το φως του δωματίου. Πιο βάρβαρο τρόπο δεν θα μπορούσες να βρεις. Τα παιδιά τρίβουν τα μάτια τους και ανασηκώνονται στα κρεβάτια τους, ψάχνοντας να βρουν το δολοφόνο του ύπνου τους. Σε κοιτάζουν με ένα ανάμικτο βλέμμα έκπληξης και ανακούφισης – σαν να λένε «ευτυχώς, ο μαλάκας είναι κι όχι κανένας διαρρήκτης». Περιμένουν εξηγήσεις.

– Παιδιά, σηκωθείτε, φάτε πρωινό και ετοιμαστείτε! Θα πάμε εκδρομή!

Ο ενθουσιασμός σου μπορεί σε κάποιον άλλο να φαινόταν αναζωογονητικός, αλλά τα παιδιά σου σε ξέρουν καλά. Και θυμούνται με φρίκη ότι την προηγούμενη φορά που τους είπες ότι θα πάτε «εκδρομή», σχεδόν τα απήγαγες σε μια βαρετή οικογενειακή συγκέντρωση στις αχανείς ζούγκλες της Αιτωλοακαρνανίας. Και σε κοιτάζουν με δυσπιστία. Έξυπνα παιδιά. Σε ποιον να έμοιασαν, άραγε; Μάλλον όχι σε σένα, με το συμπάθειο. Πάμε στο σχέδιο Β.

– Εντάξει, δεν είναι ακριβώς εκδρομή…

Βλέπεις τον τρόμο να ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους, σαν να περνάει η ζωή τους μπροστά από τα μάτια τους – στην πραγματικότητα, αυτό που περνάει μπροστά από τα μάτια τους είναι ο γάμος της Ζαχαρούλας, που εξακολουθεί να είναι μια ανεπανόρθωτα τραυματική εμπειρία και θα χρειαστούν πολλά χρόνια ψυχανάλυσης για να τον ξεπεράσουν. Τα έχουν καταλάβει όλα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν.

– …θα πάμε στο χωριό, γιατί πέθανε η θεία η Χαρίκλεια το βράδυ, αύριο είναι η κηδεία.

Τα παιδιά κοιτάζονται και αρχίζουν να κλαίνε με λυγμούς. Τι ευαίσθητα παιδιά που έχεις! Πιο πολύ συγκινήθηκαν αυτά με το θάνατο της Χαρίκλειας παρά εσύ! Προσπαθείς να τα παρηγορήσεις:

– Μην κάνετε έτσι, παιδιά…Ήταν και 87 χρονών, εξάλλου…Δεν ήξερα ότι την αγαπούσατε τόσο…

Τα παιδιά κοιτάζονται πάλι με απορία.

– Τι λες ρε μπαμπά; Ποια να αγαπούσαμε; Και ποια είναι αυτή η Χαρίκλεια;

– Η θεία από το χωριό…Καλά, εσείς γιατί κλαίγατε;

– Τι γιατί; Γιατί θα ξαναπάμε στο χωριό!

Τα παιδιά κοιτάζονται ξανά, βγάζουν μια ταυτόχρονη κραυγή απόγνωσης και ξεσπούν ξανά σε κλάματα. Ίσως δεν είναι και ΤΟΣΟ ευαίσθητα, τελικά. Η διαπραγμάτευση ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς. Και φαντάσου ότι ακόμα δεν έχει ενημερωθεί το (πραγματικό) αφεντικό του σπιτιού, η γυναίκα σου. Πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει αυτό;

Πάνω στην απελπισία σου, σου’ρχεται μια ιδέα.

– Παιδιά, πώς το λένε εκείνο το μηχάνημα που θέλατε να σας πάρω τα Χριστούγεννα, αλλά τελικά σας πήρα εκείνα τα φούτερ που τώρα έχετε για σφουγγαρόπανα;

Τα μάτια τους λάμπουν και πάλι.

– Playstation 3.

– Λοιπόν, θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα σας το πάρω την άλλη βδομάδα, αλλά με δύο όρους. Πρώτον, δε θα γκρινιάξετε καθόλου στο χωριό που θα πάμε. Και δεύτερο και σημαντικότερο…

– …ναι;

– …θα πάτε τώρα στη μάνα σας και θα της πείτε πόσο στενοχωρεθήκατε που πέθανε η θεία Χαρίκλεια και πόσο θέλετε να πάτε στην κηδεία της.

Τα παιδιά κοιτάζονται και αναστενάζουν. Αισθάνονται σαν πόρνες, που πρέπει να δώσουν στον πελάτη τους αυτό που θέλει για να πάρουν αυτό που θέλουν. Αλλά άμα είναι για το Playstation, και πιάτσα στη Συγγρού θα κάνανε. Φυσικά, δέχονται.

Η ιδέα σου ήταν πραγματικά μεγαλοφυής, κάτι πολύ σπάνιο για σένα. Θα πιάσει, όμως;

Τα παιδιά τρέχουν στην κουζίνα. Εσύ κάθεσαι έξω από την πόρτα, κρυφακούγοντας. Η μαμά κάθεται στο τραπέζι και πίνει τον καφέ της. Ευτυχώς, τα παιδιά δε χρειάζονται καφέ για να ξυπνήσουν. Ακόμα πιο ευτυχώς, τα παιδιά σου είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί. Και μπαίνουν αμέσως στο πετσί του ρόλου, φωνάζοντας:

– Μαμά, μαμά!

Η μαμά ξαφνιάζεται, σχεδόν της φεύγει από τα χέρια η κούπα του καφέ.

– Τι έγινε, παιδιά; Τι πάθατε;

– Μαμά, πέθανε η θεία Χαρίκλεια, από το χωριό!

– Ποια;

– Η θεία Χαρίκλεια, δεν τη θυμάσαι;

– Όχι.

Ακόμα και οι καλύτεροι ηθοποιοί, όμως, χρειάζονται το κατάλληλο κείμενο. Πώς θα εξηγήσουν στη μάνα τους ποια είναι η θεία Χαρίκλεια, αφού ούτε καν αυτά τα ίδια ξέρουν ποια ήταν;

– Αυτή, μωρέ, με τα χοντρά γυαλιά μυωπίας; Που ήταν παντρεμένη με τον θείο Χαράλαμπο, που έχει πεθάνει από το ’95; Που φόραγε πάντα μαύρα, που μιλούσε με περίεργη προφορά;

(ευτυχώς, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει και ο αυτοσχεδιασμός)

– Ποια λέτε, μωρέ;

– Έλα ρε μαμά, δεν μπορεί να μην τη θυμάσαι!

– Όχι, δεν τη θυμάμαι.

– Ναι, αλλά πέθανε!

– Ε, ζωή σε λόγου μας. Τι να κάνουμε τώρα;

– Να πάμε στην κηδεία της!

Ουπς. Πολύ απότομα το είπαν. Ίσως σε αυτήν την περίπτωση χρειαζόταν λίγο περισσότερο τακτ. Γιατί τώρα η μαμά έχει γουρλώσει τα μάτια της λες και έχει θυρεοειδή και μάλλον δεν πιστεύει στ’αυτιά της.

– Να κάνουμε ΤΙ;

– Να πάμε στο χωριό, που αύριο είναι η κηδεία!

Η μαμά τα έχει τελείως χαμένα.

– Εσείς θέλετε να πάμε στο χωριό, που το σιχαίνεστε; Κι όλα αυτά για να πάτε στην κηδεία μιας θείας που ούτε καν ξέρω;

Η κατάσταση γίνεται στριμόκωλη. Αποφασίζεις να επέμβεις.

– Καλημέρα, αγάπη μου!

– Α, για έλα δω εσύ! Τι είναι αυτά που λένε τα παιδιά; Πλάκα μου κάνετε πρωινιάτικα;

– Όχι, δεν είναι πλάκα. Πρέπει να πάμε στο χωριό.

– Επειδή πέθανε αυτή η…πώς την είπαμε;

– Η Χαρίκλεια, αγάπη μου, δεν τη θυμάσαι;

– Όχι, από πού να τη θυμάμαι;

– Είχε έρθει στο γάμο μας, θυμάσαι; Που μας είχε φέρει δώρο ένα χειροποίητο τραπεζομάντιλο, που έφτιαξε μόνη της;

– Το έχουμε ακόμα αυτό το σεμεδάκι;

– Όχι, το χρησιμοποίησες για να ξεσκατίσεις τα παιδιά μια Κυριακή που μας είχαν τελειώσει οι πάνες.

– Α, ναι, κάτι θυμάμαι…Και είναι ανάγκη να πάμε στο χωριό;

– Ε, ναι, πρέπει να πάμε…Αν δε θες να το κάνεις για μένα, κάντο για τα παιδιά, που το θέλουν τόσο πολύ…

Κοιτάει τα παιδιά, που την κοιτάνε κι αυτά σαν σκυλάκια που κρατούν το λουρί τους στο στόμα, περιμένοντας από το αφεντικό τους να τα πάει βόλτα. Το κόλπο έπιασε. Η γυναίκα σου νιώθει (ίσως για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια γάμου) ότι είναι μόνη της κόντρα σε όλους τους άλλους. Και δεν μπορεί παρά να υποχωρήσει.

– Ουφ, εντάξει, ας πάμε. Αλλά με τους δικούς μου όρους, εντάξει;

Είπαμε να υποχωρήσει, όχι να παραδοθεί άνευ όρων, έτσι; Και πάλι καλά να λες.

– Εντάξει. Λοιπόν, φάτε όλοι πρωινό και ετοιμαστείτε. Μας περιμένει μεγάλο ταξίδι.

Αν διάβαζε κάποια καφετζού τον καφέ της γυναίκας σου, που μόλις τον είχε τελειώσει, θα έλεγε: «Μεγάλο δρόμο θα διαβείς». Και πού να μπορούσε να δει και τα υπόλοιπα…

(συνεχίζεται)

Advertisements