Ναι, το 2008 ήταν ένα δύσκολο έτος. Όλοι στο τέλος του λέγανε ‘αντε να φύγει αυτός ο κωλοχρόνος’, ‘μη σώσει και ξανάρθει τέτοια χρονιά’ και άλλα τέτοια ωραία. Αλλά για σένα, το 2008 είχε τουλάχιστον κι ένα καλό: Ήταν δίσεκτο. Κι από πότε, θα πει κανείς, είναι καλό αυτό; ‘Από τότε που τα δίσεκτα έτη θεωρούνται γρουσούζικα για γάμους’, θα απαντήσεις εσύ με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο.

Πράγματι, το 2008 δε χρειάστηκε να πας σε κανέναν γάμο. Κανένας από τους 5 θείους σου, τις 4 θείες σου, τα 19 ξαδέρφια σου και τα 23 ανίψια σου δεν παντρεύτηκε μέσα στο 2008. Όλοι φοβόντουσαν επειδή ήταν δίσεκτο έτος – λες και τα χιλιάδες ζευγάρια που μαλλιοτραβιούνται στα δικαστήρια για το ποιος από τους δύο θα πάρει το καλό σερβίτσιο της γιαγιάς παντρεύτηκαν όλα σε δίσεκτο έτος.

Παρά τις δυσκολίες του, λοιπόν, το 2008 ήταν για σένα μια καλή χρονιά. Εντάξει, η γυναίκα σου έχει μονίμως τα νεύρα της και γκρινιάζει για τα πάντα, αλλά αυτό θα έπρεπε να το έχεις ήδη συνηθίσει μετά από τόσα χρόνια γάμου…Αλήθεια, ποια χρονιά παντρευτήκατε;…Το 1984;…Δίσεκτο έτος, δηλαδή…Ρε μπας κι έχουν δίκιο τα ξαδέρφια σου;

Όσο για τα παιδιά, έχουν αλλάξει πολύ. Αλλά μόνο εμφανισιακά, κι αυτό γιατί τα βλέπεις σπάνια. Γιατί ακόμα κι όταν είσαι στο σπίτι και μπορείς να περάσεις χρόνο μαζί τους, αυτά προτιμούν να κλειστούν στο δωμάτιό τους, ακούγοντας μουσική και παίζοντας βιντεοπαιχνίδια. Αλλά τι να κάνεις, έτσι είναι η νεολαία. Όσο κι αν προσπαθήσεις, ποτέ δε θα την καταλάβεις.

Είναι Σάββατο πρωί. Έχεις ξυπνήσει νωρίτερα από τους άλλους και ψάχνεις τα πατήματά σου στο σπίτι, ελπίζοντας ότι κατά τύχη θα βρεθείς στην κουζίνα, όπου θα φτιάξεις τον απαραίτητο πρωινό καφέ σου. Έξω τα πουλάκια κελαηδάνε, ο ήλιος λάμπει και η γριά του τρίτου έχει ξεχάσει πάλι ανοιχτή στη διαπασών την τηλεόραση στο ΤΗΛΕΑΣΤΥ. Όλα φαίνονται τέλεια.

Ωστόσο, αυτή η γαλήνη είναι καταδικασμένη να διαταραχθεί και πάλι. Βέβαια, αυτό το ήξερες ήδη: Όλοι οι γάμοι που δεν έγιναν για γούρι το 2008, θα γίνουν φέτος. Αλλά πολύ σύντομα θα μάθεις ότι υπάρχει κάτι ακόμα χειρότερο από τους γάμους. Κι όταν λέω πολύ σύντομα, εννοώ ΤΩΡΑ.

(ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΔΙΑΚΟΠΕΣ, ΣΟΥ ΔΙΝΩ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣ…τι ηλίθιο ringtone που έχεις ρε φίλε…Α, τα παιδιά στο βάλανε; Θα άρεσε πολύ και στο αφεντικό σου, φαντάζομαι…Το όνειρό του είναι να έχει έναν υπάλληλο που δεν κάνει διακοπές και του δίνει ό,τι θέλει…Το κινητό σου χτυπάει τόση ώρα, δε θα το σηκώσεις;)

Ποιος να είναι, πρωινιάτικα; Στον ύπνο τους σε βλέπανε; Για να δούμε…’Θανάσης’. Τι θέλει ο ξάδερφός σου τέτοια ώρα, και μάλιστα σαββατιάτικα; Αυτός συνήθως σε παίρνει Παρασκευή απόγευμα και σου δίνει δέκα στανταράκια για το Στοίχημα, που αν τσοντάρεις χίλια ευρώ θα πάρετε από 12 χιλιάρικα ο καθένας. Αλλά φυσικά ποτέ δεν του τα δίνεις, γιατί ποτέ δεν κερδίζει. Αλλά σήμερα τι να θέλει; Σηκώνεις το τηλέφωνο.

– Έλα ρε ξάδερφε, τι γίνεσαι;

– Άστα, ξάδερφε…

Ο Θανάσης ακούγεται κλαμένος. Ο ίδιος Θανάσης που πέθαινε στα γέλια κάθε φορά που έβλεπε στο τέλος του ‘Η Αλίκη Δικτάτωρ’ τον Αράπη να σκοτώνεται σε τροχαίο. Αυτό δεν ήταν ΚΑΘΟΛΟΥ καλό.

– Τι έγινε ρε Θανάση; Δε σε ακούω καλά.

– Πώς να’μαι καλά, ρε ξάδερφε…Η θεία η Χαρίκλεια…

Κάνεις ένα πρόχειρο gοοgle search στο μυαλό σου προσπαθώντας να εντοπίσεις ποια είναι η Χαρίκλεια και για ποιον ακριβώς λόγο θα έπρεπε να ενδιαφερθείς γι’αυτήν. Τελικά, ένα από τα τελευταία αποτελέσματα σου βγάζει μια θεία σου, που μαγείρευε φριχτά (αλλά είχε την εντύπωση πως ήταν η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου) και που η ανάσα της μύριζε πάντα σκόρδο από φυσικού της. Α, ναι, η θεία Χαρίκλεια.

– …η θεία η Χαρίκλεια…την χάσαμε…

– Έλα μωρέ, πού να πήγε γριά γυναίκα; Κάπου εκεί γύρω θα είναι, ψάξτε καλύτερα.

Προφανώς ο εγκέφαλός σου δεν έχει ξυπνήσει ακόμα.

– Τι λες ρε ξάδερφε; Πάει, τη χάσαμε, πέθανε! Εγκεφαλικό έπαθε χθες το βράδυ, πάει η θεία Χαρίκλεια!

Από τον τόνο της φωνής του καταλαβαίνεις ότι πρέπει να προσποιηθείς ότι συγκλονίστηκες, έστω κι αν έχεις να δεις τη θεία Χαρίκλεια πάνω από 10 χρόνια, ενώ ένα πιο εμπεριστατωμένο εγκεφαλικό gοοgle search σου θυμίζει ότι όταν ήσουν μικρός, η θεία Χαρίκλεια έλεγε στους γονείς σου ότι δεν της γέμιζες το μάτι και ότι θα γινόσουν αδερφή, κι όταν ρώταγες τον μπαμπά σου τι εννοούσε, αυτός σου έλεγε ότι εννοούσε πως θα γινόσουν έξυπνος σαν την αδερφή της, που ήταν καθηγήτρια σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Χμμμ…Γιατί άραγε δεν τη γνώρισες ποτέ την αδερφή της;

Τέλος πάντων, αρχίζεις την ερμηνεία.

– Πωωωωπω, τι λες ρε Θανάση; Αλήθεια μου λες; Την κακομοίρα, κι ήταν και νέα σχετικά, ε;…Ε, τι, πολλά είναι τα 87 μωρέ; Εδώ άλλοι κλείνουν τα 100 για πλάκα…Αύριο είναι η κηδεία; Στο χωριό; Εντάξει, ρε Θανάση, θα πάρω την οικογένεια και θα έρθουμε…Τι; Το 426 στάνταρ διπλό; Ναι, καλά, και την άλλη φορά τα ίδια έλεγες…Καλά, άμα προλάβω θα το ρίξω…Τα λέμε, ξάδερφε…Ζωή σε λόγου μας…

Κλείνεις το τηλέφωνο, μην έχοντας ακόμα συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί. Κι όταν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να κάνεις ένα ταξίδι-αστραπή στο χωριό, και μάλιστα μαζί με την ανισόρροπη οικογένειά σου, τότε σε πιάνει πανικός.

Και τώρα; Τι κάνουμε;

(συνεχίζεται)

Advertisements