Το διπλό φονικό στο Κολωνάκι παιζόταν σε όλα τα δελτία ειδήσεων. Κανονικά δε θα έβλεπα ειδήσεις στην τηλεόραση, αλλά από τη μία η αγωνία μου μήπως με ανακαλύψουν και από την άλλη η ματαιοδοξία μου να δω τι λέγανε για μένα, με καθήλωσαν στο χαζοκούτι.

Οι φωτεινοί παντογνώστες των δελτίων μιλούσαν για ένα αιματηρό έγκλημα, το οποίο παρέμενε μυστήριο: Ποιος ήταν ο δολοφόνος; Γιατί το έκανε; Γνώριζε τα θύματα; Και μήπως δεν ήταν ο πρώτος του φόνος;

Εκείνη την ώρα συνειδητοποίησα κάτι παράξενο: Μπορούσα να απαντήσω σε όλες αυτές τις ερωτήσεις, εκτός από μία. Ποιος ήταν πραγματικά ο δολοφόνος;

Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ταυτότητα. Πρώτα απ’όλα, ποιος ήταν ο Λέων; Εγώ ο ίδιος ή κάποιος άλλος, μια σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου που δεν μπορούσα (ή δεν ήθελα;) να ελέγξω; Και ήθελα να γνωρίζει ο κόσμος την ύπαρξή μου ή όχι; Κι αν ναι, τότε γιατί δεν άφησα ένα σημείωμα, μια εξήγηση για τους προηγούμενους φόνους;

Και γιατί σκότωνα; Για ευχαρίστηση, όπως οι χολιγουντιανοί σίριαλ κίλερ; Για εκδίκηση, όπως ο V από το «V fοr Vendetta»; Για παραδειγματισμό, όπως οι μεσαιωνικοί ιεροεξεταστές; Για απόδοση δικαιοσύνης, όπως οι περισσότεροι υπερήρωες; Γιατί;

Και σε ποια όχθη βρισκόμουν, τελικά; Καλός ή κακός; Θύμα ή θύτης; Τιμωρός ή τιμωρημένος; Λογικός ή παράλογος;

Οι δύο φόνοι που είχα διαπράξει ήταν εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο ένας είχε προσωπικά κίνητρα, ο άλλος όχι. Ο ένας ήταν στην ουσία μια μορφή απόδοσης δικαιοσύνης, ο άλλος μια προσωπική βεντέτα. Δεν έβγαινε καμία άκρη. Λες και επρόκειτο για δύο διαφορετικούς δολοφόνους.

Άρχισα να σκέφτομαι ποια θα μπορούσε να είναι η ταυτότητά μου, πέρα από αυτό το αινιγματικό ‘Λέων’, που παρέπεμπε στον αγαπημένο μου Τολστόι. Σκέφτηκα ότι ήμουν θρήσκος, πίστευα στον Θεό – μήπως σκότωνα στο όνομά Του, για να κάνω τον κόσμο καλύτερο; Μπα, δε μου ταίριαζε. Ίσως με κάτι τέτοιο στο μυαλό να ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου, όμως στην πορεία ανακάλυψα ότι μου αρέσει να σκοτώνω, ότι τελικά σκοτώνω περισσότερο για μένα, για τη δική μου ευχαρίστηση, και λιγότερο για τον Θεό, την κοινωνία ή οποιονδήποτε άλλο.

Ναι, αλλά αυτό σήμαινε ότι ήμουν ένας κοινός μανιακός δολοφόνος, ένας τρελός αντεροβγάλτης; Δεν γινόταν αυτό, ήξερα κατά βάθος ότι δεν ήμουν τρελός. Στο κάτω-κάτω, και οι δύο φόνοι είχαν κάποιο ιδεολογικό υπόβαθρο, δεν ήταν τυφλά χτυπήματα. Αλλά μήπως αυτό ήταν τυχαίο; Μήπως δεν θα είχα τον παραμικρό ενδοιασμό να σκοτώσω τον οποιονδήποτε, απλά για τη δική μου ικανοποίηση;

Αυτά τα ερωτήματα με βασάνιζαν για μέρες. Έπρεπε να περάσει σχεδόν μία βδομάδα για να πάρω τις απαντήσεις που ζητούσα…

(Υ.Γ.: ΟΚ, το ξέρω ότι είχα πει πως δε θα συνέχιζα, αλλά αυτό το κομμάτι θα έσκαγα αν δεν το έγραφα!)

Advertisements