Το «ραντεβού» ήταν προγραμματισμένο για τις 9 το βράδυ. Ο Αχιλλέας έμενε στο Κολωνάκι, την περιοχή που απεχθάνομαι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Όλο αυτό το δήθεν δεν το αντέχω. Την τελευταία φορά που είχα πάει στην περιοχή ήταν για να σπάσω κάτι βιτρίνες, μαζί με κάτι άλλους ομοϊδεάτες μου – με είδα και στην τηλεόραση εκείνο το βράδυ, με πήρε η κάμερα την ώρα που έσπαγα ένα τζάμι με ένα ρόπαλο. 15 nanosecond δημοσιότητας – κι αυτή ήταν μόνο η αρχή.

Αυτή τη φορά προετοιμάστηκα καταλλήλως: Είχα έτοιμο το φονικό μου όπλο, είχα πάρει γάντια και φορούσα αθλητικά παπούτσια, ώστε να τρέξω γρήγορα αν χρειαστεί. Δε θα επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει τα ίδια λάθη της πρώτης φοράς. Δεν υπήρχαν πια δικαιολογίες.

Κατά τις 8 κατέβηκα με το μετρό στον σταθμό Πανεπιστήμιο. Δεν πήγα προς το Κολωνάκι. Αντίθετα, κατευθύνθηκα προς τα Εξάρχεια, την αγαπημένη μου περιοχή. Πάντα σκεφτόμουν πόσο παράξενο είναι να βρίσκονται δίπλα-δίπλα δύο τόσο διαφορετικές περιοχές. Σαν ο Παράδεισος και η Κόλαση να χωρίζονταν από μία απροσδιόριστη γραμμή.

Για περίπου μισή ώρα περπάτησα στα Εξάρχεια, που έμοιαζαν ακόμα σαν βομβαρδισμένα, καθώς δεν είχαν κοπάσει ακόμα τα επεισόδια. Χαριλάου Τρικούπη, Ζωοδόχου Πηγής, Πλατεία Εξαρχείων. Πέρασα κι από το σημείο που σκοτώθηκε ο Αλέξανδρος. Δεν άντεξα να μείνω πολύ, γιατί ένιωθα την ακατανίκητη επιθυμία να σκοτώσω έναν μπάτσο. Ευτυχώς, κρατήθηκα – είχα ήδη μια αποστολή να φέρω σε πέρας.

Όταν ήρθε η ώρα, πήρα όλη την Ακαδημίας, έστριψα στην Ομήρου και βγήκα στη Σκουφά. Λίγα στενά πιο πάνω βρισκόταν το σπίτι του Αχιλλέα – δε θυμάμαι το όνομα του δρόμου, κάποιος αρχαίος πρέπει να ήταν. Έφτασα έξω από την πολυκατοικία στις 20.50, 10 λεπτά νωρίτερα από το ραντεβού.

Κοίταξα τα ονόματα στα κουδούνια. «Τερζής, 20ς όροφος», έγραφε ένα από αυτά. Εκεί έπρεπε να πάω. Σκέφτηκα αρχικά να εφαρμόσω περίπου το ίδιο κόλπο με την πρώτη φορά: Να περιμένω να βγει ή να μπει κάποιος στην πολυκατοικία, και να μπω μαζί κι εγώ, χωρίς να γίνω αντιληπτός από τον Αχιλλέα. Αλλά αν δεν ερχόταν κανείς; Δεν μπορούσα να το αφήσω πάλι στην τύχη. Γι’αυτό σκέφτηκα κάτι άλλο, ίσως όχι καλύτερο, αλλά οπωσδήποτε πιο σίγουρο.

Φόρεσα τα γάντια και χτύπησα το κουδούνι του. Ευτυχώς, η πολυκατοικία ήταν σχετικά παλιά και δεν είχε θυροτηλεόραση. Ρώτησε «ποιος είναι» από το θυροτηλέφωνο – μου φάνηκε πολύ ευγενική η φωνή του. Του απάντησα, με όσο πιο ψιλή φωνή μπορούσα, «η Σοφία». Μου άνοιξε χωρίς να πει κουβέντα. Τον φαντάστηκα με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά να περιμένει την υψηλή του προσκεκλημένη – πού να ήξερε…

Κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ, περπατώντας με όσο το δυνατόν πιο απαλά βήματα – ένα κορίτσι 14 χρονών δεν κάνει το έδαφος να τρέμει στο πέρασμά της. Δε χρειάστηκε να το καλέσω, ήταν ήδη εκεί. Μπαίνοντας μέσα, άκουσα μια πόρτα να ανοίγει – προφανώς, αυτή του Αχιλλέα. Πάτησα το «2» και, όταν το ασανσέρ έφτασε στον δεύτερο όροφο, ξεκίνησε η παράσταση.

Χτύπησα με λίγη δύναμη την πόρτα, τόσο ώστε να μην ανοίξει, αλλά και να ακουστεί ο θόρυβος. Τη χτύπησα άλλες δύο φορές. Τράβηξα την προσοχή του.

«Τι έγινε, κόλλησε;», είπε σχεδόν ψιθυριστά. Δεν ήθελε να ξεσηκωθεί ολόκληρη η πολυκατοικία, για ευνόητους λόγους. Και φυσικά δεν το ήθελα ούτε εγώ, για τους δικούς μου λόγους.

Φοβήθηκα ότι αν άκουγε από κοντά την «κοριτσίστικη» φωνή μου ίσως να με καταλάβαινε, γι’αυτό και δεν του απάντησα. Αντίθετα, χτύπησα ξανά την πόρτα του ασανσέρ. Τον άκουσα να περπατάει προς το μέρος μου. Τον είχα φέρει εκεί που ήθελα. Και έκανε ακριβώς αυτό που περίμενα να κάνει: Δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα. Και φυσικά, δε βρήκε καμία αντίσταση.

Άνοιξε την πόρτα σιγά-σιγά, ψιθυρίζοντας κάτι σαν «να, βρε, ανοιχτή ήταν». Αλλά δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει. Πετάχτηκα γρήγορα από το ασανσέρ και χύμηξα πάνω του. Πριν προλάβει να φωνάξει, του έκλεισα γερά το στόμα με το χέρι και του κόλλησα το κεφάλι στον τοίχο. Με το άλλο χέρι, έβγαλα από το μπουφάν μου το φονικό μου όπλο: Ένα μεγάλο μαχαίρι.

Είδα τα μάτια του να γουρλώνουν και να ζητούν οίκτο. Όμως αυτό είναι το κακό με τη συγνώμη: Τη ζητάς πάντα αφού έχεις κάνει τη μαλακία σου, και ελπίζεις ότι ο άλλος θα σε λυπηθεί και θα σε ανεχτεί ξανά όταν ξανακάνεις τη μαλακία σου. Όμως λίγοι αξίζουν αυτόν τον οίκτο. Κι ο Αχιλλέας Τερζής δεν ήταν ένας από αυτούς.

Τον κοίταξα με μίσος. Δε χρειαζόταν να πω τίποτα αυτή τη φορά. Ήξερε το έγκλημά του. Απλώς έχωσα το μαχαίρι στην καρωτίδα του – ευτυχώς που στον Στρατό μας είχαν μάθει πού είναι η καρωτίδα, για να σημαδεύουμε εκεί με το όπλο. Πού να φανταζόμουν ότι θα μου χρησίμευε κάποτε…

Ο θάνατος ήταν σχεδόν ακαριαίος. Σταμάτησε να μουγκρίζει και το άψυχο σώμα του σωριάστηκε στο πάτωμα μόλις τραβήχτηκα μακριά του. Θα μπορούσα να έχω αφήσει το μαχαίρι πάνω του – έτσι κι αλλιώς δεν είχε αποτυπώματα, δεν κινδύνευα να με πιάσουν. Αλλά το πήρα, περισσότερο για ενθύμιο, και το ξαναέβαλα στο μπουφάν μου, αφού το σκούπισα λίγο στο μποξεράκι του – ναι, δε φορούσε παντελόνι. Εξάλλου, σε λίγη ώρα υπολόγιζε να βγάλει και το μποξεράκι, οπότε γιατί να φοράει περιττά ρούχα;

Άνοιξα την πόρτα του ασανσέρ και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είχα σταγόνες αίματος στην μπλούζα μου, που μπορούσαν να με προδώσουν. Κούμπωσα καλά το μπουφάν μου, που είχε κι αυτό κάποιες πιτσιλιές, αλλά δε φαινόντουσαν τόσο. Έβγαλα και τα γάντια, για να μη μοιάζω σαν δολοφόνος. Πάει κι αυτό.

Του έριξα ακόμα ένα υποτιμητικό βλέμμα φεύγοντας. Ήταν ο δικός μου επικήδειος για του λόγου του. Και πολύ του ήταν. Την ώρα που έκλεισε η πόρτα του ασανσέρ πίσω μου, άκουσα από την ανοιχτή πόρτα του Αχιλλέα το κουδούνι του να χτυπάει. Ποιος μπορεί να ήταν τέτοια ώρα; Και δεν του είχε πει ο Αχιλλέας για το «πάρτυ»; Αυτό δεν ήταν καλό.

Πάτησα το «0» στο ασανσέρ και έφτασα στο ισόγειο. Βγαίνοντας από το ασανσέρ, είδα έναν μεσήλικα στην εξώπορτα, να πατάει και να ξαναπατάει το κουδούνι του Αχιλλέα Τερζή. Του άνοιξα την εξώπορτα.

«Καλησπέρα», του είπα. «Τον Αχιλλέα θέλετε;»
«Ναι»,
μου απάντησε παραξενεμένος, «μου είχε πει να τον συναντήσω στις 9, αλλά δεν απαντάει στο κουδούνι».

Ήταν απίστευτο: Είχα μπροστά μου ακόμα έναν παιδεραστή. Και ακόμα μια ευκαιρία (αλλά και υποχρέωση) για έναν φόνο. Έθεσα σε εφαρμογή ένα νέο σχέδιο.

«Πάνω είμαστε, απλά έχει χαλάσει το κουδούνι και με έστειλε να σας ανοίξω», του είπα εφευρίσκοντας μια καλή δικαιολογία.
«Α, έτσι…Κι εγώ ανησύχησα», είπε εμφανώς ανακουφισμένος. Μετά το πρόσωπό του πήρε μια παράξενη έκφραση. «Έχει έρθει;», με ρώτησε με νόημα.
«Ναι, ήρθε…Θα σας μείνει αξέχαστη», του απάντησα με (εντελώς διαφορετικό) νόημα.

Μπήκαμε στο ασανσέρ. Εγώ πρώτος, αυτός μετά από μένα. Πάτησε το «2». Γύρισε την πλάτη του προς εμένα για να κοιτάζει την πόρτα, κι αυτό με βόλευε αφάνταστα. Γιατί μου έδωσε αρκετό χρόνο να ξαναβγάλω το μαχαίρι από την τσέπη του μπουφάν. Μόλις το ασανσέρ έφτασε στον δεύτερο όροφο, του έπιασα το στόμα με το αριστερό χέρι και με το δεξί τον μαχαίρωσα στον σβέρκο. Και το έκανα γύρω στις 10 φορές, για να σιγουρευτώ ότι είχε πεθάνει.

Μετά τη δέκατη μαχαιριά, έπεσε νεκρός στο πάτωμα του ασανσέρ. Φόνος σε ασανσέρ…Ούτε που το είχα φανταστεί, αλλά τελικά μου άρεσε. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: Πλέον, είχα γεμίσει αίματα, όχι μόνο στην μπλούζα, αλλά και στο μπουφάν, και στο παντελόνι, ακόμα και στα αθλητικά μου παπούτσια. Δεν ήταν δυνατόν να γυρίσω όπως είχα έρθει. Κάτι έπρεπε να κάνω.

Δεν μπορούσα να πάρω τα δικά του ρούχα, ή του Αχιλλέα, γιατί ήταν μες στα αίματα. Μπορούσα, όμως, να μπω στο διαμέρισμα του Αχιλλέα από την ανοιχτή πόρτα και να αλλάξω στα γρήγορα. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω.

Πράγματι, μπήκα στο διαμέρισμά του, βρήκα την κρεβατοκάμαρα (είχε διπλό κρεβάτι, φυσικά) και άνοιξα τα ντουλάπια του. Τελικά, βρήκα ένα πουκάμισο και ένα παντελόνι στο νούμερό μου, καθώς και ένα ακριβό παλτό για να βάλω από πάνω. Δε θυμάμαι να έχω αλλάξει ρούχα τόσο γρήγορα. Ο χρόνος με πίεζε.

Ευτυχώς, πρόλαβα. Στις 21.05 ήμουν ξανά έξω από την πολυκατοικία. Δέκα και κάτι λεπτά, αυτό ήταν όλο. Ευτυχώς, δεν πέρασε κανένας από τους ενοίκους της πολυκατοικίας εκείνη την ώρα. Όχι πως θα πάθαινα τίποτα. Το πολύ-πολύ να αναγκαζόμουν να κάνω έναν ακόμα φόνο. Ναι. είχα εθιστεί και επισήμως στους φόνους…

Γύρισα στο σπίτι όπως ακριβώς είχα πάει μέχρι εκεί, με το μετρό. Πάλι έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν ανέκφραστοι. Θα με πέρασαν για τρελό ή για ερωτευμένο. Δε με πειράζει καθόλου – αρκεί να μη με πέρασαν για δολοφόνο.

Όταν έφτασα σπίτι έβγαλα τα ρούχα του Αχιλλέα – τα κράτησα σαν ενθύμιο. Ποιος θα τα αναζητούσε στο σπίτι μου; Έκανα ένα καλό μπάνιο και μετά άνοιξα τον υπολογιστή, ελπίζοντας να βρω το επόμενο θύμα του Λέοντα, του blogger-δολοφόνου...

(σ.σ. δε συνεχίζεται, γιατί απ’ό,τι κατάλαβα αυτό το στυλ δε μου πάει. Από αύριο επιστρέφουμε στο κανονικό μας πρόγραμμα – ΟΚ, το κάναμε το ψώνιο μας, επιστροφή σε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα…Αλήθεια, τι είναι αυτό;)

Advertisements