Το επόμενο βήμα ήταν να προσεγγίσω τον Αχιλλέα. Άλλαξα το (έτσι κι αλλιώς ψεύτικο) όνομά του profile μου στο Facebook και το έκανα Lena Sourloulou – Lena γιατί ήταν ό,τι πιο κοντινό μπορούσα να σκεφτώ στο Λέων, και Sourloulou για να φαίνεται ότι δεν είμαι και κορίτσι για σπίτι. Επίσης, άλλαξα στο προφίλ μου το φύλο μου και κάποια άλλα στοιχεία, ώστε να φαίνεται ότι είμαι μια νεαρή νυμφομανής γκόμενα, που ακούει Βανδή και Πλούταρχο στη διαπασών και ενδιαφέρεται για «Ραντεβού». Α, και φυσικά έβαλα και μια φωτογραφία μιας άγνωστης ξανθιάς κοπέλας, με κοντά μαλλιά και έντονο κραγιόν, την οποία βρήκα μετά από ένα σύντομο google search. Μου φάνηκε πολύ ταιριαστή για την φανταστική περσόνα που μόλις είχα δημιουργήσει.

Αφού, λοιπόν, τα ετοίμασα όλα αυτά, πέρασα στη δράση. Του έστειλα ένα προσωπικό μήνυμα, στο οποίο του έγραφα:

«Mmmmmmmmmm, wraio profile, kai polla yposxwmeno…Kai wraia fwto… 😉 «

Δεν ήταν δύσκολο να προσποιηθώ τη χαζογκόμενα: Greeklish, ένα προφανές ορθογραφικό λάθος, μια φατσούλα στο τέλος και μπόλικο νάζι. Όποιος έχει κάνει έστω και μία φορά chat στη ζωή του τα ξέρει αυτά.

Του έστειλα ένα friend request και περίμενα. Ευτυχώς, δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. 9 το βράδυ του έστειλα το request, στις 9.30 περίπου το αποδέχτηκε. Ήμουν πλέον φίλος του – όχι πως αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό, αφού απ’ό,τι θυμάμαι είχε κάπου 800-900 ακόμα.

Μισό λεπτό αργότερα, μου έστειλε ένα προσωπικό μήνυμα: «Kai to diko sou profile omorfo einai…Alles fwtografies den exeis?»

Λογικό ήταν να ζητήσει να δει κι άλλες φωτογραφίες – πώς ήξερε ότι δε μιλούσε με καμια 40άρα νοικοκυρά με ρόμπα και μπικουτί στο κεφάλι; Ή, ακόμα χειρότερα, με τον μελλοντικό του δήμιο; Κι εξάλλου, αυτές οι χαζογκόμενες που λυμαίνονται το Facebook πάντα πλημμυρίζουν το profile τους με εκατοντάδες ηλίθιες φωτογραφίες. Μόνο που δεν ήμουν σε θέση να του δείξω άλλες φωτογραφίες. Γι’αυτό, πέρασα στην αντεπίθεση:

«Giati na sou diksw fotografies, ama mporis na dis perisotera apo konta? 😉 «

Υπέθεσα ότι οι προηγούμενες που είχε βρει μέσω Internet του είχαν βγάλει την πίστη μέχρι να βγουν μαζί του ραντεβού, κι ακόμα περισσότερο μέχρι να πέσουν στο κρεβάτι του, και γι’αυτό σκέφτηκα ότι η υπόσχεση μιας άμεσης στενής επαφής τρίτου τύπου θα λύγιζε τις όποιες αντιστάσεις του.

Πράγματι, μερικά δευτερόλεπτα αργότερα μου μίλησε στο chat του Facebook. Θα περίμενε κανείς να μου πει κάτι ευγενικό, όπως «Γεια σου Λένα, τι κάνεις;», ή κάτι τέτοιο. Αλλά εδώ μιλάμε για ένα απόβρασμα της κοινωνίας, όχι για τoν Αυτιά – όχι πως το ένα αναιρεί το άλλο.

«Poswn xronwn eisai?», με ρώτησε ψυχρά.
«De rwtane pote mia kyria tetio pragma!», του απάντησα, μπαίνοντας στο πετσί του ρόλου. Αλλά γιατί τον ένοιαζε τόσο η ηλικία; Μου φάνηκε παράξενο. Κι έτσι, πριν προλάβει να μου απαντήσει, του έγραψα: «Esi poso thelis na eime?»

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως: «Eisai panw apo 15?»

Δύο ήταν τα τινά: Ή ήταν ένας νομοταγής πολίτης που ήξερε ότι το σεξ με άτομο κάτω των 15 θεωρείται αποπλάνηση ανηλίκου και ήθελε να αποφύγει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είτε ήταν παιδεραστής και δεν ήθελε να βρεθεί στο δρόμο του καμία «ώριμη» κυρία. Και σε αυτή τη χώρα οι νομοταγείς πολίτες είναι τόσο λίγοι, που το πρώτο ενδεχόμενο δεν είχε καμία τύχη. Η περίπτωση του Αχιλλέα ξέφευγε πια από την προσωπική βεντέτα. Ήταν μια κοινωνική βεντέτα: Όλοι εναντίον του. Κι εγώ εκπροσωπούσα τους «όλους». Το χειρότερο έγκλημα του Αχιλλέα Τερζή δεν ήταν ο μικροαστισμός του, ούτε η απαξίωσή του προς εμένα. Ήταν οι αρρωστημένες σεξουαλικές του πράξεις και ο πόνος που προκαλούσε σε ανήλικα παιδιά. Ένιωσα μια πρωτόγνωρη οργή, αλλά και μια ανεξέλεγκτη δίψα για εκδίκηση. Χτύπησα με τόση δύναμη το χέρι μου στο τραπέζι, ώστε το ποντίκι του υπολογιστή έπεσε στο πάτωμα. Αλλά διατήρησα την ψυχραιμία μου και συνέχισα το «παιχνίδι»:

«Eime 14», του είπα ξερά. Δε φάνηκε να με πιστεύει.
«Fainesai megalyteri sti fwtografia», μου είπε δύσπιστα.
Όντως, η κοπέλα στη φωτογραφία του προφίλ μου ήταν γύρω στα 20. Έπρεπε να βρω μια δικαιολογία στα γρήγορα.
«Sti foto eine i aderfi mou, exo mpi apo to diko tis account», είπα τελικά. Νομίζω ότι ήταν καλή ιδέα. Μαλάκωσε λίγο.
«Ki esena pws se lene?» με ρώτησε.
«Sofia», του είπα το πρώτο γυναικείο όνομα που μου ήρθε στο μυαλό.
«Kai gia pes mou, Sofia, pws sou fanike to profil mou?«, είπε.
«Mou arese poly i fοtografia su», του είπα. Τσίμπησε.
«Thes na sou steilw kai mia alli fwtografia mou?», με ρώτησε. Ήξερα πολύ καλά τι είδους φωτογραφία θα έστελνε.
«Nai!«, του απάντησα με προσποιητό ενθουσιασμό. Μου ζήτησε ένα e-mail, κι εγώ του έδωσα ένα από τα 4 που έχω για spam και άλλα τέτοια σκουπίδια. Μετά από λίγο μου έστειλε καμιά δεκαριά φωτογραφίες, στις οποίες μου έδειχνε το πέος του, από 5-6 διαφορετικές γωνίες λήψης, λες και ήταν σταρ του Χόλιγουντ. Δεν άντεξα να δω πέρα από την έκτη φωτογραφία, αυτό ήταν άρρωστο. Ένιωθα σαν να μου μετέδιδε την αηδιαστική του αρρώστια.

«Eides tis fwto?», με ρώτησε ανυπόμονα.
«Nai, eine poli wrees!», του είπα (και δεν πίστευα τι έγραφα).
«Exeis xanadei tetoia?», μου είπε, θέλοντας να δει να είχα εμπειρία.
«Nai, tou mpampa mou», είπα – το περίμενα ότι κάποια στιγμή θα το ρώταγε αυτό, και είχα ήδη έτοιμη την απάντηση. Θα το έπαιζα κακοποιημένο κοριτσάκι.
«Mmmmmmmm, kai ti sou kanei o mpampas sou?«, με ρώτησε. Τον φαντάστηκα να έχει κατεβάσει το μποξεράκι του και να πιάνει ήδη με το χέρι του το διάσημο πέος του.
Δυσκολεύτηκα να απαντήσω. Αλήθεια, τι μπορεί να έχει στο μυαλό του ένας τόσο διεστραμμένος άνθρωπος; Έπρεπε να μπω στη θέση του για να μην αποκαλυφθώ. Και αυτό μου ήταν πολύ δύσκολο. Το σκέφτηκα λίγο, και τελικά έγραψα:
«Mou sikonei ti foustitsa ke pezei me tin tripoula mou». Έπεσα διάνα.
«Mmmmmmmmmmm…Kai meta? Ti sou kanei meta?», ξαναρώτησε.
«Meta vgazi to panteloni tou kai mou dixnei to poulaki tou», του απάντησα. Δεν μπορούσα ούτε να κοιτάξω αυτά που έγραφα.
«Mmmmmmmmmmmmm…Kai meta?«. Ήταν ανυπόμονος. Όμως εγώ είχα ήδη βαρεθεί. Δεν άντεχα άλλο αυτή τη διαστροφή. Γι’αυτό και προσπάθησα να τελειώσω τη συζήτηση.
«Wx, irthe i aderfi mou! Prepi na figo, min katalavi oti mpika apo to account tis!», του είπα. Προφανώς τρόμαξε στο ενδεχόμενο να μάθει η αδερφή ή οι γονείς της «Σοφίας» για τη μυστική τους συζήτηση, γι’αυτό και δεν προέβαλε καμία αντίσταση, παρότι ήταν εμφανώς ερεθισμένος.
«Entaxei, Sofia. Min peis tipota, etsi? Einai to mikro mas mystiko! 🙂 «, μου είπε συνωμοτικα.
«Entaxi«, του απάντησα. Και βγήκα από το Facebook. Και μετά έκλεισα τον υπολογιστή – χρειαζόμουν ηρεμία. Είχε πάει 10 το βράδυ. Έπεσα για ύπνο, ελπίζοντας πως δεν θα έβλεπα σε κανέναν εφιάλτη τον Αχιλλέα να μου ανεβάζει τη φουστίτσα και να με βιάζει. Ευτυχώς, δεν τον είδα.

Το επόμενο πρωί, μόλις ξύπνησα, άνοιξα ξανά τον υπολογιστή. Μετά από το κανονικό μου mailbox, κοίταξα και το ψεύτικο, αυτό με τα spam. Ο Αχιλλέας μου είχε στείλει άλλες 15 περίπου φωτογραφίες με το ίδιο περιεχόμενο – προφανώς, τον είχα αφήσει στα κρύα του λουτρού χθες το βράδυ, και έπρεπε κάπως να ξεχαρμανιάσει.

Ούτε που τις κοίταξα. Αντίθετα, έθεσα σε εφαρμογή το σχέδιό μου. Του έστειλα mail, λέγοντάς του ότι και οι άλλες φωτογραφίες που έστειλε ήταν πολύ ωραίες και αν ήθελε το Σάββατο που δεν έχω σχολείο να μου δείξει κι από κοντά το πουλάκι του. Απάντησε μετά από αρκετές ώρες – δεν περίμενα να είναι πρωινός τύπος. Επίσης, δεν περίμενα να είναι και τόσο ηλίθιος, ώστε να με καλέσει στο σπίτι του. Φαίνεται πως ήμουν πολύ πειστικός στο ρόλο μου, γιατί δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για την ταυτότητά μου: Ήμουν η Σοφία. Ούτε που πέρασε από το μυαλό του ότι μπορεί να ήμουν κανένας της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και να τον «ψάρευα». Ή ακόμα χειρότερα, ο επίδοξος δολοφόνος του.

Με κάλεσε στο σπίτι του εκείνο το Σάββατο το βράδυ. Του είπα πως θα έλεγα στους γονείς μου ότι θα κοιμηθώ σε μια φίλη μου, για να διαβάσουμε. Πολύ ρεαλιστικό, δε νομίζετε; Και πολύ κλισέ, επίσης, αλλά τη δουλειά του την έκανε. Ο Αχιλλέας το πίστεψε. Έπεσε στον λάκκο που του είχα σκάψει. Το μόνο που έμενε ήταν να τον θάψω…

(συνεχίζεται…)

Advertisements