Το επόμενο πρωί ξύπνησα κουρασμένος. Ήταν μια δύσκολη νύχτα. Όμως, η απόφαση είχε ήδη ληφθεί – ίσως όχι από μένα, αλλά από κάποιο σκοτεινό μέρος του εαυτού μου, ή ίσως κι από τον ίδιο τον Θεό. Η fostiras έπρεπε να πεθάνει.

Ντύθηκα βαριεστημένα και βγήκα από το σπίτι. Ξαναγύρισα, γιατί είχα ξεχάσει το πορτοφόλι μου – όχι πως είχε και πολλά λεφτά, ίσα-ίσα για να πάρω δύο εισιτήρια. Εκείνη την ώρα δεν κατάλαβα την ειρωνεία, αλλά τώρα που το σκέφτομαι μου φαίνεται αστείο: Ένας επίδοξος δολοφόνος φοβόταν να μπει στο μετρό χωρίς εισιτήριο. Ναι, είναι αστείο.

Μέσα στο μετρό, όλοι φαίνονται ίδιοι: Ένας δικηγόρος, μία νοικοκυρά, ένας φοιτητής, μία κομμώτρια, ένας δολοφόνος – κανείς δεν ξεχωρίζει. Αυτό με βόλευε αρκετά εκείνη την ώρα, και με βόλεψε ακόμα περισσότερο σε επόμενους φόνους.

Προσπαθούσα να σκεφτώ πώς θα την σκότωνα. Δεν είχα στα χέρια μου κανένα φονικό όπλο – εκτός κι αν της έχωνα το κλειδί του σπιτιού μου στο λαιμό. Μπα, δεν είναι αρκετά μεγάλο. Μήπως αν την στραγγάλιζα; Όχι, δεν ήξερα πού ακριβώς έπρεπε να βάλω τα χέρια μου. Η αλήθεια είναι πως ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Αλλά είχα τρακ, ήταν μόλις ο πρώτος μου φόνος. Εσείς δηλαδή νιώθατε άνετα την πρώτη μέρα στο σχολείο;

Μέχρι να φτάσει το μετρό στο Πανεπιστήμιο, δεν είχα ακόμα αποφασίσει πώς θα την σκότωνα. Όταν άνοιξαν οι πόρτες και βγήκα στην αποβάθρα, σκέφτηκα μήπως την έσπρωχνα μπροστά από το μετρό την ώρα που έφτανε στο σταθμό. Αλλά πώς θα το έκανα αυτό χωρίς να με δει κανείς; Κι εξάλλου, πώς ήξερα ότι θα έπαιρνε το μετρό; Δεν ήξερα καν πού έμενε.

Είχα κι άλλες τέτοιες τρελές ιδέες: Να την ρίξω μπροστά από καμιά νταλίκα, να της βάλω τρικλοποδιά και να τσακιστεί στις σκάλες της Νομικής και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Όλα εντελώς ανέφικτα. Πρώτη φορά ενιωθα άσχημα που δεν είχα αυτοκίνητο, αν και ήταν επιλογή μου να μην πάρω ποτέ δίπλωμα οδήγησης. Γιατί τότε τα πράγματα θα ήταν πιο απλά: Θα την χτυπούσα με το αυτοκίνητο και μετά θα έφευγα γκαζώνοντας. Αλλά και πάλι, δε σκεφτόμουν σαν κανονικός δολοφόνος, αλλά σαν δολοφόνος του Χόλιγουντ, σκεφτόμουν περισσότερο την εντύπωση παρά την ουσία.

Η ώρα ήταν 12.15 όταν έφτασα έξω από τη Νομική. Ήταν νωρίς ακόμα, η συνέλευση ξεκινούσε στη 13.00. Αλλά σίγουρα η fostiras θα ερχόταν νωρίτερα, στο κάτω-κάτω ήταν και η εισηγήτρια της παράταξής της. Ήμουν σίγουρος ότι θα την αναγνώριζα αμέσως, αν και είχα δει μόνο μια φωτογραφία της, κι αυτή δεν ήξερα καν πόσο πρόσφατη ήταν. Κάθησα στο παγκάκι απέναντι από την είσοδο της Νομικής και την περίμενα.

Όπως ήταν φυσικό, στις 12.55, σαράντα λεπτά αργότερα, δεν την είχα εντοπίσει ακόμα. Πέρασαν πολλές φοιτήτριες από μπροστά μου, αλλά καμία δεν της έμοιαζε. Όμως δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Σε 5 λεπτά η συνέλευση θα ξεκινούσε – υποτίθεται. Μπήκα στο χώρο της Νομικής και άρχισα να ψάχνω το Αμφιθέατρο 1. Δε δυσκολεύτηκα να το βρω.

Στο αμφιθέατρο γινόταν χαμός. Πριν καν ξεκινήσει η διαδικασία, τα κομματόσκυλα είχαν ήδη λάβει θέσεις κοντά στον πίνακα και γάβγιζαν το ένα στο άλλο. Πάντα σιχαινόμουν τις φοιτητικές συνελεύσεις. Στη σχολή κου δεν πήγα ποτέ σε συνέλευση. Ποτέ δεν έκανα παρέα με οποιονδήποτε ανήκε σε κάποια παράταξη και σχεδόν ποτέ δεν τους μιλούσα (αν και αυτό δεν τους πτοούσε ιδιαίτερα – δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις σε ένα κομματόσκυλο, σου μιλάει πάντα αυτό πρώτο). Το κλίμα μύριζε μπαρούτι.

Έπιασα μια θέση κάπου στη μέση του αμφιθεάτρου – αρκετά πίσω για να μη με πετύχει καμιά ιπτάμενη καρέκλα, και αρκετά μπροστά για να μπορώ να εντοπίσω το θύμα μου. Κοίταξα γύρω. Στα αριστερά μου καθόταν μια νεαρή φοιτήτρια, που φορούσε ένα κατακόκκινο μπολερό – χαρακτηριστικό μέλος της Πανσπουδαστικής. Είχε πιάσει κουβέντα με κάποιον μάλλον μεγαλύτερό της, μάλλον μέλος της ΠΑΣΠ ή της ΔΑΠ, κρίνοντας από το ακριβό πουκάμισο που φορούσε. Είχαν μια πολιτισμένη συζήτηση, παρά τις αβυσσαλέες ιδεολογικές (και ενδυματολογικές) διαφορές τους. Κάτι που προφανώς σήμαινε ότι ήταν κατώτερα στελέχη των παρατάξεών τους, γιατί στο Πανεπιστήμιο όσο περισσότερο φωνάζεις, τόσο πιο ψηλά ανεβαίνεις στην ιεραρχία.

Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού. Λογικά, η fostiras θα ήταν κάπου μπροστά, εκεί που γινόταν η φασαρία. Προσπάθησα να την βρω, αλλά δεν ήταν εύκολο. Γύρω από την έδρα είχαν μαζευτεί περίπου 20 άτομα από όλες τις παρατάξεις και φώναζαν. Προσπάθησα να καταλάβω ποιο ήταν το θέμα της διαφωνίας τους, αλλά το μόνο που άκουγα ήταν άναρθρες κραυγές. Κοίταξα καλύτερα, μήπως την έβλεπα μέσα σε αυτόν τον όμιλο. Δεν την βρήκα.

Κάθησα αναπαυτικά στο έδρανό μου και περίμενα να ξεκινήσει η συνέλευση, κάτι που έγινε μετά από 20 μαρτυρικά, για τα αυτιά μου, λεπτά. Η fostiras ακόμα άφαντη. «Αποκλείεται», σκέφτηκα. «Είναι εδώ και δεν την έχω δει». Δεν ήταν δυνατόν η εισηγήτρια της παράταξης να είχε καθυστερήσει.

Μην έχοντας άλλη επιλογή, έμεινα να παρακολουθήσω τη συνέλευση. Κάποιες από τις παρατάξεις ήθελαν να κλείσουν τη σχολή και να προχωρήσουν σε κατάληψη, ενώ άλλες τόνιζαν ότι δεν έπρεπε να χαθεί το εξάμηνο και μιλούσαν για τρομοκρατία. Οι άλλοι αντέδρασαν και τους είπαν φασίστες, οι «φασίστες» έκαναν λόγο για «σταλινικές πρακτικές» και ακολούθησε γενική σύρραξη. Δε χρειαζόταν πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι θα έφταναν εκεί τα πράγματα.

Είχε ήδη περάσει πάνω από μία ώρα προτού η συνέλευση αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρουσα για μένα. Ήταν η στιγμή που κλήθηκε να μιλήσει η «εισηγήτρια του Φ.Ο.Σ.». Ακούστηκαν κάποιες αποδοκιμασίες, ενώ κάποιος που καθόταν δύο σειρές μπροστά μου φώναξε δυνατά: «Έλα ρε Φωτεινή, πέστα!». Φωτεινή, λοιπόν…Τι παράξενο: Εισηγήτρια του Φ.Ο.Σ. και fostiras η Φωτεινή!

Η κοπέλα που ανέβηκε στο βήμα ήταν τόσο διαφορετική από αυτήν που είχα δει στη φωτογραφία, που για λίγο πίστεψα πως η αληθινή fostiras ήταν άρρωστη με 39 πυρετό στο σπίτι της και στη θέση της είχε έρθει κάποια άλλη. Γιατί η Φωτεινή ήταν ξανθιά, ενώ αυτή που είχα δει στη φωτογραφία ήταν μελαχρινή. Επίσης, η Φωτεινή είχε πιο σκούρα επιδερμίδα από αυτήν στη φωτογραφία.

Την κοίταζα με τόση προσήλωση την ώρα που μιλούσε, ώστε δεν άκουσα ούτε μία λέξη από όσα έλεγε. Απλώς κοιτούσα το πρόσωπό της και προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν η ίδια ή όχι. Όταν κουράστηκαν τα μάτια μου (δε θυμάμαι να τα έχω κρατήσει ανοιχτά ποτέ για τόση ώρα), τα έκλεισα και άκουσα για λίγο αυτά που έλεγε. Μετά από λίγο, άνοιξα και πάλι διάπλατα τα μάτια μου από έκπληξη. Γιατί η Φωτεινή είπε:

«Όλοι αυτοί που μας το παίζουν απελευθερωτές και προοδευτικοί, και λένε εμάς φασίστες και συντηρητικούς, είναι οι χειρότεροι υποκριτές. Διάβαζα χθες ένα κείμενο που είχε ανεβάσει ένας τέτοιος στο Internet και του απάντησα ότι αυτά που γράφει είναι αντιφατικά και ανέφικτα και μαντεύετε τι έκανε; Διέγραψε το σχόλιο! Αυτή είναι η δημοκρατία τους! Θα αφήσουμε τη σχολή στο έλεός τους;»

Την ώρα που άλλοι την αποδοκιμάζαν και άλλοι τη χειροκροτούσαν, εγώ απλώς την κοιτούσα: Αυτή ήταν. Διαφορετική απ’ό,τι την περίμενα, αλλά αυτή.  Το μόνο που είχα να κάνω πλέον ήταν να μην την αφήσω από τα μάτια μου.

Σε όλη τη συνέλευση, η Φωτεινή ήταν παντού μέσα. Έπαιρνε κάθε τόσο το λόγο και κεραυνοβολούσε τους κομμουνιστές, τους αναρχικούς και αυτούς που τους υποστηρίζουν. Μου φάνηκε πολύ περίεργο να είναι κάποιος ακροδεξιός στα 20 του χρόνια. Δηλαδή στα 40 τι θα είναι; Ο νέος Χίτλερ; Δεν μπορούσα να διακινδυνεύσω αυτήν την πιθανότητα.

Λοιπόν, ξέρετε κάτι; Για να έχετε φτάσει ως εδώ, μάλλον δεν σας ενδιαφέρει να ακούσετε τι έγινε στη συνέλευση. Είμαι κουραστικός, το ξέρω. Αλλά θα σας κάνω το χατίρι και θα περάσω σε fast forward το υπόλοιπο της συνέλευσης, φτάνοντας περίπου στις 5 το απόγευμα, όταν η συνέλευση ολοκληρώθηκε.

Η Φωτεινή πήρε την τσάντα της από ένα έδρανο και πήγε προς την έξοδο, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Ήταν εμφανώς απογοητευμένη από τη συνέλευση. Την ακολούθησα διακριτικά. Συνέχισα να την ακολουθώ καθώς έβγαινε από τη Νομική και κατευθυνόταν προς τον σταθμό του μετρό. Και την ακολούθησα καθώς κατέβηκε τις σκάλες και έφτασε στην αποβάθρα. Την ακολούθησα στο βαγόνι που μπήκε και την ακολούθησα όταν βγήκε στην Ομόνοια και κατευθύνθηκε προς τον ηλεκτρικό. Την ακολούθησα και στον ηλεκτρικό, μπήκα στο ίδιο βαγόνι μαζί της και κατέβηκα στον σταθμό που κατέβηκε: Στα Πατήσια.

Από εκεί και πέρα, η παρακολούθηση ήταν πολύ πιο δύσκολη. Μέσα στην πολυκοσμία δεν ήταν δύσκολο να μη γίνω αντιληπτός, αλλά στους στενούς δρόμους των Πατησίων έπρεπε να προσπαθήσω πολύ για να μη με καταλάβει. Ίσως αν δεν περπατούσε τόσο γρήγορα, φανερά εκνευρισμένη, ή αν έμενε πιο μακριά να μην τα κατάφερνα.

Όμως, 300 μέτρα μακριά από τον σταθμό του τρένου, η Φωτεινή σταμάτησε έξω από μια παλιά πολυκατοικία. Άνοιξε την τσάντα της και άρχισε να ψάχνει τα κλειδιά της. Ήταν η ευκαιρία μου. Την ώρα που έβρισκε τα κλειδιά της και ετοιμαζόταν να ανοίξει την εξώπορτα, εμφανίστηκα πίσω της. Μάλλον τρόμαξε όταν με αντιλήφθηκε, γιατί γύρισε απότομα και με κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. Της χαμογέλασα για να την καθησυχάσω, και μου χαμογέλασε κι αυτή. Ήταν η πρώτη φορά που έμοιαζε στα μάτια μου έστω και λίγο γοητευτική. Μάλλον δε μοιάζω με δολοφόνο, γιατί αν ήξερε τις προθέσεις μου σίγουρα δε θα με άφηνε να μπω στην πολυκατοικία. Μπήκαμε μαζί στο απαρχαιωμένο ασανσέρ.

«Σε ποιον όροφο πηγαίνετε;», με ρώτησε.
«Στον τέταρτο», της απάντησα, ποντάροντας στο 80% των πιθανοτήτων που είχα να μη μένει σε αυτόν τον όροφο.
«Α, στον Βασίλη, ε;», μου είπε πατώντας το «3». Ώστε έμενε στον τρίτο.
«Ναι, πώς το ξέρετε;», της είπα με προσποιητή απορία, πατώντας το «4».
«Ε, είναι γνωστό ότι κάθε βράδυ διοργανώνει τουρνουά Pro Evolution σπίτι του!», μου είπε γελώντας. Γέλασα κι εγώ.

Εκείνη την ώρα, το ασανσέρ έφτασε στον τρίτο όροφο. Εκείνη βγήκε και ετοιμάστηκε να με αποχαιρετήσει, όταν με είδε να βγαίνω κι εγώ από το ασανσέρ. Διάβασα την απορία στο βλέμμα της.

«Δεν πειράζει, θα κατέβω κι εγώ εδώ και θα πάω με τις σκάλες. Δεν είναι τίποτα ένας όροφος. Εξάλλου, έχω φοβία με τα ασανσέρ. Δεν μπορώ να είμαι μόνος μου», βρήκα την πιο πρόχειρη δικαιολογία. Η Φωτεινή δε φάνηκε να το πίστεψε. Μάλλον νόμιζε ότι τη φλέρταρα, γιατί χαμογέλασε πάλι και κοκκίνισε λίγο.

Ήμουν τόσο κοντά στο σημείο που ήθελα, κι ακόμα δεν είχα σκεφτεί πώς θα τη σκότωνα. Τόσο ανοργάνωτος ήμουν. Κοίταξα γύρω μου μπας και βρω έμπνευση. Η Φωτεινή κατευθυνόταν προς την άλλη άκρη του διαδρόμου. Την ακολούθησα.

«Ελπίζω να είσαι καλός στο Pro, γιατί ο Βασίλης είναι άσος!», μου είπε χαριτωμένα.
«Έχεις παίξει μαζί του;», της είπα για να κερδίσω χρόνο, παρατηρώντας τις σκάλες, στις οποίες υποτίθεται ότι θα ανέβαινα.
«Α, εγώ δεν ξέρω από ποδόσφαιρο, είμαι άσχετη απ’αυτά», μου απάντησε.

Σκάλες, πόρτες, τοίχοι…Κοιτούσα γύρω μου προσπαθώντας να βρω ένα στοιχείο. Τίποτα.

Σταματήσαμε και οι δύο μπροστά από τις σκάλες.Εγώ (υποτίθεται) για να ανέβω πάνω, και αυτή γιατί το διαμέρισμά της ήταν ακριβώς απέναντι από τις σκάλες. Μήπως αυτό με βόλευε;

«Λοιπόν, καλή διασκέδαση», μου είπε χαμογελώντας.
«Ευχαριστώ», της είπα ανταποδίδοντας το χαμόγελο. Την είδα να βγάζει τα κλειδιά της καθώς ανέβαινα πολύ αργά τα σκαλοπάτια. Με κοίταξε πριν ανοίξει την πόρτα και χαμογέλασε. Της χαμογέλασα ξανά. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και την έκλεισε.

Ή μάλλον προσπάθησε να την κλείσει. Γιατί με ένα γρήγορο άλμα, πήδηξα από τα σκαλιά στην πόρτα της και την άνοιξα διάπλατα. Δεν πρόλαβε να φωνάξει. Την φίμωσα αμέσως με το ένα χέρι μου, ενώ με το άλλο έκλεισα την πόρτα. Όλα πήγαιναν κατ’ευχήν.

Και τώρα; Να της μιλήσω; Να απαντήσω στις απορίες που ζωγραφίζονταν στα μάτια της; Ή να κάνω τη δουλειά μου και να φύγω; Ή μήπως να την αφήσω ήσυχη και να γυρίσω; Όχι, αυτή η επιλογή δεν ήταν διαθέσιμη – με είχε δει, δεν υπήρχε γυρισμός. Από τη μία ήθελα να της πω γιατί είχα φτάσει ως το σπίτι της, να της εξηγήσω τι είχα εναντίον της, αλλά από την άλλη ήθελα να τελειώνω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Κρατώντας πάντα το στόμα της φιμωμένο, την οδήγησα στον τοίχο. «Να εύχεσαι η ζυγαριά να κάνει λάθος», της είπα τελικά. Με κοίταξε όλο απορία – όχι μόνο δεν της είχα λύσει τις απορίες, αλλά της είχα δημιουργήσει και άλλες. Αλλά δεν προλάβαινα να της απαντήσω. Την κατεύθυνα προς το μπαλκόνι. Αντιστεκόταν και κλωτσούσε καθώς την έσερνα, αλλά δεν είχε αρκετή δύναμη για να με σταματήσει. Μούγκριζε δυνατά, όχι όμως αρκετά δυνατά για να την ακούσει κανένας άλλος εκτός από μένα. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και κοίταξα τα απέναντι μπαλκόνια. Σιγουρεύτηκα ότι δε με βλέπει κανείς και έβγαλα και τη Φωτεινή έξω. Την σήκωσα με τη βία στα πόδια της. Συνέχισε να αντιστέκεται, έχοντας πια καταλάβει τι σκόπευα να κάνω. Μούγκρισε πιο δυνατά από ποτέ. Ίσως κάποιος να την άκουσε εκείνη τη στιγμή. Δεν είχα χρόνο. Την κοίταξα για τελευταία φορά με μίσος και την έσπρωξα με δύναμη από το μπαλκόνι. Δεν τόλμησα να τη δω καθώς έπεφτε – μπορεί κάποιος να με έβλεπε. Άκουσα τη σπαραχτική κραυγή της, και μετά άκουσα έναν κρότο. Ήταν ο κρότος της Φωτεινής, που είχε πέσει στον ακάλυπτο.

Είμαι τυχερός που δε με είδε κανείς καθώς έφευγα – το παραδέχομαι, με βοήθησε και η τύχη στον πρώτο μου φόνο. Οι περισσότεροι ένοικοι είτε δεν ήταν στο σπίτι τους, είτε νόμιζαν ότι ήταν το παιδάκι των από πάνω που έπαιζε πάλι μπάλα στο σαλόνι. Άλλοι μάλλον θα βγήκαν στο μπαλκόνι τους για να δουν τι συνέβη, και μέχρι να πάρουν χαμπάρι τι είχε γίνει, εγώ είχα ήδη εξαφανιστεί.

Επέστρεψα με γρήγορο βήμα στο σταθμό του τρένου. Για πρώτη φορά, ένιωθα τελείως διαφορετικός από όλους τους άλλους που περίμεναν το τρένο για Πειραιά. Ευτυχώς, οι άλλοι δεν το καταλάβαιναν αυτό. Αν και πρέπει να ήμουν ο μόνος σε όλη την αποβάθρα που χαμογελούσε μόνος του, χωρίς προφανή λόγο.

Με το φόνο της Φωτεινής ήμουν τυχερός και για άλλον ένα λόγο: Την επόμενη μέρα ξέσπασαν τα βίαια επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας, μετά τη δολοφονία ενός 15χρονου στα Εξάρχεια. Όλη η Αστυνομία και όλα τα κανάλια ασχολήθηκαν με αυτή τη δολοφονία, και κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για αυτήν μιας νεαρής φοιτήτριας στα Πατήσια. Φυσικά, ήταν φανερό ότι ήταν δολοφονία, αφού βρέθηκαν τα αποτυπώματά μου στην πόρτα, ενώ υπήρχαν και σημάδια στο πτώμα της Φωτεινής από το σύρσιμο στο πάτωμα. Αλλά όλοι είχαν κάτι πιο σημαντικό να ασχοληθούν.

Και ίσως κανείς να μη σκέφτηκε να ψάξει τα ηλεκτρονικά στοιχεία της Φωτεινής, να δει σε ποιες ιστοσελίδες είχε μπει τις τελευταίες μέρες η Φωτεινή ή τι έγραφε στο blog της ως fostiras. Αλλά και να το σκεφτόταν, τι θα άλλαζε; Ποιος θα υποπτευόταν ένα blog στο οποίο είχε μπει δυο-τρεις φορές; Και ποιος θα υποπτευόταν ότι την είχε σκοτώσει ένας blogger;

Ποιος θα υποπτευόταν ότι το νέο hot όνομα στη λίστα των καταζητούμενων της Αστυνομίας ήταν ο Λέων, ο blogger-δολοφόνος;

Advertisements