(συνεχίζοντας την παράδοση των ξαφνικών ιδεών που μου έρχονται και μετά τις παρατάω στη μέση, ξεκινάω σήμερα ένα μυθιστόρημα, δικής μου εμπνεύσεως, κι όπου μας βγάλει. Περιμένω τα σχόλιά σας.)

Είναι παράξενο το τι κάνουν ορισμένοι άνθρωποι όταν βαριούνται. Άλλοι παίζουν παιχνίδια, άλλοι διαβάζουν βιβλία, άλλοι κοιμούνται, άλλοι μιλούν στο τηλέφωνο ή ξεκινούν να γράφουν σε ένα blog. Κάνουν οτιδήποτε για να σκοτώσουν την ώρα τους. Να «σκοτώσουν» την ώρα τους – τι αστείο που ακούγεται αυτό, ε; Ειδικά άμα είσαι δολοφόνος…

Ναι, λοιπόν, αυτό κάνω εγώ για να «σκοτώσω» την ώρα μου: Σκοτώνω ανθρώπους. Δημιουργώ διάφορα blogs και μέσα από αυτά γνωρίζω άλλους bloggers, τους οποίους μετά σκοτώνω.

Νομίζω ότι σας συστήθηκα ήδη. Είμαι ο περίφημος «Λέων», ο εγκληματίας που κυνηγάει εδώ και μήνες η Αστυνομία, που μιλάνε όλοι στα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων γι’αυτόν. Μου αρέσει αυτό. Μου άρεσε ειδικά στην αρχή, όταν προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού βγαίνει το «Λέων». Άλλοι είπαν ότι βγαίνει από το «Χαμαιλέων», επειδή κάθε φορά που σκοτώνω χρησιμοποιώ και μια διαφορετική «ταυτότητα». Μια άλλη εκδοχή ήταν ότι είναι το πραγματικό μου όνομα (μα για τόσο βλάκα με νόμιζαν;), ή ότι είναι συντόμευση του «Λεωνίδας». Αλλά το καλύτερο το είπε ο Σόμπολος, με την αστεία προφορά του, ότι μπορεί να βγαίνει από το «Ναπολέων». Πολύ γέλασα όταν το άκουσα αυτό. Άκου «Ναπολέων»…Φυσικά, τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι αλήθεια. Απλά, δανείστηκα το ψευδώνυμό μου από τον αγαπημένο μου συγγραφέα, τον Λέοντα Τολστόι.

Ο Τολστόι είναι το είδωλό μου. Η ιδεολογία του τα συνδύαζε όλα: Ήταν Χριστιανός, αλλά και αναρχικός. Μόνο μία πραγματική ιδιοφυία μπορεί να εφαρμόζει πιστά δύο τόσο αντικρουόμενες μεταξύ τους θεωρίες. Έτσι είμαι κι εγώ: Ένας αναρχικός Χριστιανός. Πιστεύω στον Θεό, όσο πιστεύω και στην αναρχία. Δεν πείθομαι από καμία μορφή εξουσίας, παρά μόνο από τη θεϊκή.

Θα μου πείτε «μα πώς μπορείς να είσαι Χριστιανός και να σκοτώνεις;». Καλή ερώτηση. Πιστεύω ότι στον άλλο κόσμο, όπως κι αν είναι αυτός, σε βάζουν σε μια ζυγαριά. Η ζυγαριά μετράει αν έκανες περισσότερο καλό ή κακό στους γύρω σου όσο ζούσες. Αν η ζυγαριά γείρει προς τη μεριά του καλού, τότε πας στον Παράδεισο. Αν η ζυγαριά γείρει προς τη μεριά του κακού, τότε δε θέλω να ξέρω τι συμβαίνει. Εγώ είμαι σίγουρος ότι κάνω περισσότερο καλό παρά κακό. Δεν περιμένω να το καταλάβετε αυτό. Και ούτε απολογούμαι για τίποτα – δεν έχω μετανιώσει για αυτά που έχω κάνει. Αν γράφω αυτές τις γραμμές σήμερα είναι για να μάθουν όλοι πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, κι όχι πώς τα λένε οι δημοσιοκάφροι.

Αν έχετε κάποιες άλλες απορίες, είμαι βέβαιος ότι θα λυθούν στη συνέχεια.

Φόνος #1: Φ.Ο.Σ. στο τούνελ

Όλα, λοιπόν, ξεκίνησαν πριν από 4 μήνες. Ήταν 4 Δεκεμβρίου. Σιγά-σιγά η πόλη ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα Χριστούγεννα. Όλη αυτή η ελεεινή τελετουργία με τους αγιοβασίληδες και τα φωτάκια. Να προσπαθούν όλοι απεγνωσμένα να φωτίσουν τη μιζέρια τους. Τα σιχαίνομαι αυτά. Και αυτή τη χρονιά τα σιχαινόμουν ακόμα περισσότερο, γιατί δεν μπορούσα να γιορτάσω, ακόμα κι αν ήθελα. Έχοντας πια κλείσει 6 μήνες ανεργίας και με καμία προοπτική να δουλέψω σύντομα, το μόνο που ήθελα ήταν να κλειστώ στο σπίτι μου και να ξαναβγώ μετά τα Φώτα, όταν κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να υποκρίνεται ότι είναι χαρούμενος. Αλλά από την άλλη, ήθελα να κάνω και κάτι χρήσιμο, για μένα και την κοινωνία.

Η μόνη μου διέξοδος στον κόσμο ήταν ο υπολογιστής μου, ένα καβουρδιστήρι που πνέει τα λοίσθια, αλλά είναι αρκετό για να μπορώ να κάνω τα απαραίτητα: Να δω τα e-mail μου, να ενημερωθώ, να κατεβάσω τραγούδια (αλλά κάνουν πάνω από μισή ώρα το καθένα – καταραμένη dial-up) και φυσικά να ανανενώσω το blog μου.

Εκείνη την περίοδο το blog μου, στο οποίο χρησιμοποιούσα το ψευδώνυμο lewn, έκλεινε έναν χρόνο λειτουργίας. Ίσως ήταν το μόνο πράγμα στη ζωή μου που κράτησα τόσο πολύ. Συνήθως ενθουσιάζομαι με κάτι, και μετά από έναν μήνα το πολύ το έχω παρατήσει. Αλλά με το blog παθιάστηκα. Αντάλλασσα απόψεις με αγνώστους, έγραφα για όσα μου άρεσαν και δε μου άρεσαν, ένιωθα ανά πάσα στιγμή ότι ήμουν σε ένα δωμάτιο μαζί με φίλους μου και μιλούσαμε όλη μέρα.

Στις 4 Δεκεμβρίου, λοιπόν, ανέβασα στο blog μου ένα κείμενο, στο οποίο εξηγούσα πώς θα μπορούσε η οικονομική κρίση να αντιμετωπιστεί, αν εφαρμόζαμε το αναρχικό μοντέλο. Όταν πάτησα το «Publish», πίστευα πως ήταν ένα από τα καλύτερά μου κείμενα. Μετά από 20 λεπτά, είχα την πρώτη απάντηση, από τον Vandalo: «Μπράβο ρε σύντροφε, πέστα! Φωτιά στις τράπεζες και στα αφεντικά!». Δεν τον ήξερα προσωπικά, αλλά είχε βρει τυχαία το blog μου και σχεδόν πάντα μου έκανε κάποιο σχόλιο, συνήθως αυτού του τύπου. Για να είμαι ειλικρινής, αυτά τα σχόλια πάντα με ενοχλούσαν, γιατί δεν έλεγαν τίποτα ουσιαστικό, δεν προσέθεταν κάτι στο κείμενο. Απλώς το επιδοκίμαζαν.

Πέρασε καμιά ώρα μέχρι να έρθει και δεύτερο σχόλιο, αυτή τη φορά από τον irostrato: «Ωραία τα λες, αλλά μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη;» Ο irostratos μου ήταν πολύ συμπαθής. Αφενός ήταν το ψευδώνυμό του που μου άρεσε πολύ – ο Ηρόστρατος ήταν ένας τρελάρας, ο οποίος έκαψε τον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο μόνο και μόνο για να γίνει διάσημος – και αφετέρου μου άρεσαν τα σχόλιά του. Ήταν πιο ουσιαστικά, πάντα ζητούσε διευκρινίσεις για αυτά που έλεγα. Μπορεί να μην είχε τόσες γνώσεις, αλλά εκτιμούσα τη φιλομάθειά του. Του απάντησα, εξηγώντας του πόσο απλό θα ήταν να φέρουμε την αναρχία στην Ελλάδα αν υπήρχε συντονισμένη κίνηση από τους αναρχικούς της χώρας.

Όταν δημοσίευσα την απάντησή μου, είχα ήδη και ένα τρίτο σχόλιο. Αυτό ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Έγραφε:

«Αυτά που λες είναι παπαριές. Είσαι επικίνδυνος, κι εσύ και το σινάφι σου. Αυτό που εσύ λες «αναρχία», στην πραγματικότητα είναι μια ασυδοσία. Αναρχία σημαίνει ανομία. Μια υποτιθέμενη αναρχική κοινωνία θα καταστρεφόταν από μόνη της, από τα ίδια της τα μέλη, που θα στρέφονταν ο ένας εναντίον του άλλου, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τους τιμωρήσει. Για ποια «ελευθερία» μιλάς; Ελευθερία είναι να μπορείς να ψηφίσεις αυτόν που θες να σε κυβερνήσει. Ελευθερία είναι να μπορείς να κυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς να κινδυνεύεις να σου επιτεθούν τίποτα κουκουλοφόροι ή μετανάστες. Και αυτό μόνο ένα κόμμα μπορεί να το κάνει: Το ΛΑ.Ο.Σ.! Όλοι χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη!»

Πρώτα απ’όλα, δεν ήξερα ποιος ήταν αυτός ο fostiras που μου έκανε το σχόλιο. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κανένας πωρωμένος οπαδός του Φωστήρα στο ποδόσφαιρο, όμως η τελευταία πρόταση δεν άφηνε και πολλά στη φαντασία: Εννοούσε ότι ανήκε στον Φ.Ο.Σ., τη φοιτητική παράταξη του ΛΑ.Ο.Σ. Κι έπειτα, τι δουλειά είχε στο blog μου, στον δικό μου χώρο ένα τέτοιο ακροδεξιό στοιχείο;

Φυσικά, διέγραψα το σχόλιο. Ήταν κάτι που δεν είχε χρειαστεί να κάνω ποτέ πριν, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Με ενοχλούσε αυτό που έκανα, γιατί ουσιαστικά ήταν σαν να εφάρμοζα μια μορφή «εξουσίας», δηλαδή την εξουσία μου να λογοκρίνω ό,τι δε μου αρέσει στο blog μου. Ήμουν σε σύγχυση. Έκλεισα για καμιά ώρα τον υπολογιστή, για να ηρεμήσω λίγο.

Τον άνοιξα ξανά μετά από μισή ώρα, έχοντας αποφασίσει ότι καλά έκανα και το διέγραψα το σχόλιο, με την πρόφαση ότι είχε μέσα βρισιά, τη λέξη «παπαριές». Φυσικά, αυτή η πρόφαση ήταν απλώς το παραπέτασμα πίσω από το οποίο έκρυβα τις τύψεις μου γι’αυτό που είχα κάνει – στο κάτω-κάτω, η λέξη «παπαριές» ήταν η πιο αθώα λέξη που θα έβρισκε κανείς στα κείμενά μου. Είχα ένα νέο σχόλιο. Και ήταν από αυτόν που ευχόμουν να μην είναι, τον fostira.

«Δε ντρέπεσαι ρε να μιλάς για ελευθερία και να φιμώνεις όποιον δε συμφωνεί μαζί σου; Αλλά τι περίμενα από ένα καθίκι σαν εσένα;
Υ.Γ.: Σβήστο κι αυτό το σχόλιο, ρε. Δικό σου είναι το μαγαζί, ό,τι θέλεις κάνεις.»

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο fostiras με είχε χτυπήσει εκεί που πονούσα, λες και το ήξερε. Αυτό σήκωνε εκδίκηση.

Διέγραψα το σχόλιο (είχα πάρει πια το κολάι) και έπιασα αμέσως δουλειά. Μπήκα στο blog του fostira και έψαξα ένα προς ένα τα κείμενα που έγραφε, κατά κύριο λόγο ενημερώσεις για τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του Προέδρου και για τις επιθέσεις που δέχεται ο Άδωνις Γεωργιάδης, για να βρω οτιδήποτε θα μπορούσε να με οδηγήσει στην ταυτότητα του fostira.

Η πρώτη αποκάλυψη ήταν και η πιο συγκλονιστική: Ο fostiras ήταν…γυναίκα! Και αυτό δε θα το καταλάβαινα αν δεν έγραφε ότι ήταν ενθουσιασμένΗ με την ομιλία του Καρατζαφέρη ή αηδιασμένΗ από τις λοιδωρίες σε βάρος του Άδωνι. Ευτυχώς που η γλώσσα μας δεν είναι σαν τα αγγλικά.

Στην αρχή κομπλάρισα λίγο. Άλλο να θες να εκδικηθείς έναν άνδρα, κι άλλο να έχεις απέναντί σου μια γυναίκα. Φαίνεται ότι έκρυβα έναν τζέντλεμαν μέσα μου και δεν το ήξερα – ή τουλάχιστον δεν τον έβγαλα ποτέ έξω στα δύο χρόνια που άντεξε η σχέση μου με την Ιφιγένεια. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, δε σας αφορά.

Παρά το αρχικό σοκ, συνέχισα να ψάχνω. Βρήκα μια φωτογραφία της, που είχε ανεβάσει σε ένα παλιό της κείμενο. Βρισκόταν δίπλα στον Καρατζαφέρη και χαμογελούσε τόσο πολύ, που είχε παραμορφωθεί το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο με πολύ λεπτά χαρακτηριστικά, σχεδόν όμορφα. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της έκαναν μια παράξενη αντίθεση με το κατάλευκο δέρμα της. Ίσως να μπορούσε κανείς να την πει χαριτωμένη, όμως εκείνη την ώρα, με το μίσος που έτρεφα γι’αυτήν, μου έμοιαζε σαν το δαιμονικό ασπρόμαυρο παιδάκι στην «Κατάρα» – τη γιαπωνέζικη βερσιόν, όχι την ιμιτασιόν αμερικάνικη. Αυτή ήταν, λοιπόν, ο στόχος μου.

Το όνομά της δεν το έγραφε πουθενά. Μάλλον της άρεσε η ανωνυμία του Internet, όπως άλλωστε και σε μένα – δεν θα μπορούσα να γράψω αυτά που έγραφα χωρίς αυτή την ανωνυμία, δεν θα μπορούσα καν να γράφω αυτές τις λέξεις τώρα. Έψαξα να βρω άλλες πληροφορίες γι’αυτήν. Και όλες οι πληροφορίες που χρειαζόμουν ήταν στο τελευταίο της κείμενο. Καλούσε τα υπόλοιπα μέλη της παράταξης να παραβρεθούν στην αυριανή έκτακτη συνέλευση της Νομικής, όπου θα ήταν η εισηγήτρια του Φ.Ο.Σ. και τους ζητούσε τη συμπαράσταση και υποστήριξή τους. «Να είστε όλοι εκεί αύριο στις 13:00 στο Αμφιθέατρο 1, για να στηρίξουμε όλοι μαζί την παράταξη, να παλέψουμε για το μέλλον μας, να διεκδικήσουμε αυτό που μας αναλογεί!», έγραφε μεταξύ άλλων.

Πλέον, το πράγμα ήταν απολύτως σαφές: Την επόμενη μέρα θα την περνούσα στο Αμφιθέατρο 1 της Νομικής, για να δω από κοντά την fostira
(συνεχίζεται;)


Advertisements