Φτάνω, λοιπόν, στο νησί. Με αεροπλάνο – πού να κουβαλάω όλες τις στρατιωτικές αποσκευές μου στο πλοίο; Το ταξί με οδηγεί στο στρατόπεδο, 30 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Και σε αυτό το στρατόπεδο μου έλαχε να μείνω σχεδόν κλεισμένος για 4,5 μήνες, από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές του Σεπτέμβρη.

Δεν θα γκρινιάξω για την κατάσταση εκεί, γιατί την τελευταία φορά που επιχείρησα να κάνω κάτι τέτοιο κινδύνευσα να κάνω κανα-δυο χρονάκια παραπάνω θητεία. Να’ναι καλά ο διοικητής του στρατοπέδου, που με λυπήθηκε και δε με «έδωσε» στεγνά, κι ας ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι εγώ ήμουν το «βαθύ λαρύγγι» της μονάδας. Τον ευχαρίστησα πριν φύγω από εκεί, τον ευχαριστώ και τώρα. Μπορεί και να’χει πάρει σύνταξη πια, ποιος ξέρει. Να έχει ησυχάσει το κεφάλι του από φαντάρους-μπελάδες σαν εμένα.

Τι άλλο θα έχω να θυμάμαι απ’το νησί; Χμμμμμ. Σίγουρα θα θυμάμαι το μουρόχαβλο από την Πάτρα με τον οποίο ήρθαμε στα χέρια (ο μόνος που το έχει καταφέρει τα τελευταία 15 χρόνια), την επιδημία γαστρεντερίτιδας την οποία εγώ προκάλεσα σε ολόκληρο το στρατόπεδο (αλλά δεν έφταιγα εγώ, οι γιατροί που με άφησαν να γυρίσω πίσω), τον ΕΠΟΠ που μας ξύπναγε το πρωί με τόσο αστείο τρόπο που ξεχνούσαμε ότι ήταν ξημερώματα, τα μαθήματα οδήγησης για να πάρω την καταλληλότητα (και τον μπροστινό μαθητευόμενο, που μπέρδευε το αριστερό φλας με το δεξί), τον πρώτο φραπέ που ήπια εκεί (και πλέον μου έχει γίνει -κακή- συνήθεια), τα 20ευρα που έπρεπε να πληρώνω για να κατέβω στην πόλη (ξεπαραδιάστηκα), αλλά και τα μπάνια που έκανα, στις ελάχιστες εξόδους μου (μετρημένες στα δάχτυλα του ενός ποδιού μιας γάτας). Και τις κατάρες που είχε φάει αυτό το νησί από τους φαντάρους του – σας το λέω, αυτό το νησί κάποτε θα βουλιάξει από μόνο του, από όλες αυτές τις κατάρες που έχει φάει. Και είναι κρίμα, γιατί ήταν ωραίο νησί.

Έφυγα από το νησί ακριβώς όπως δεν θα ήθελα με τίποτα να φύγω: Με πλοίο. Και με τις άβολες, φανταρίστικες αποσκευές μου (και ένα μακαρίτικο laptop) να μου σπάνε τα νεύρα. Πάτησα ξανά το πόδι μου στην Αθήνα, και ορκίστηκα να μην την αφήσω ποτέ ξανά για πάνω από μια βδομάδα – και πολύ λέω.

Οι υπόλοιποι μήνες της θητείας μου ήταν τόσο χαλαροί, που δε θύμιζαν καν στρατιωτική θητεία – πιο πολύ σαν πανεπιστήμιο ήταν, αλλά με χακί. Όλος ο ύπνος και η χαλάρωση που μου έλειψαν τους πρώτους 7 μήνες της θητείας μου αναπληρώθηκαν και με το παραπάνω στους τελευταίους 5 μήνες. Και γνώρισα και ενδιαφέροντα άτομα, όπως εκείνον τον  ανθυπασπιστή που τον έδερνε η (έγκυος) γυναίκα του, ο επιλοχίας που ήταν πιο χαζός κι απ’τη σκιά του (αλλά του έπεσε το πρωτοχρονιάτικο φλουρί, του κωλόφαρδου!), τον ταγματάρχη που (προς τιμήν του) έκανε περισσότερες αγγαρείες από τους φαντάρους του, και πολλούς άλλους…

Και φτάνουμε στις 11 Φεβρουαρίου του 2009, χθες. Τη μέρα που πήρα το χαρτί της απόλυσης στα χέρια μου, μαζί με την αστυνομική μου ταυτότητα – πρώτη φορά χαίρομαι που βλέπω κάτι «αστυνομικό»! Είχα έναν ολόκληρο χρόνο να τη δω – έχω βγει και ωραίος στη φωτογραφία. Δεν το είπα εγώ, το είπαν οι άλλοι φαντάροι – προφανώς, αυτό το φανταρίστικο κούρεμα δε μου πάει καθόλου. Τϊποτα στρατιωτικό δε μου πάει. Η ελευθερία μου πάει.

Κι έτσι τελειώνει η περιπέτεια του Στρατού, και αρχίζει μια άλλη περιπέτεια. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αυτή η περιπέτεια φαίνεται ακόμα πιο δύσκολη – σιχαίνομαι που το παραδέχομαι, αλλά οι στρατιωτικοί που μου το έλεγαν μάλλον είχαν δίκιο. Όπως και να’χει, η ουσία είναι μία:

302 ΛΕΛΕ! Καλή λευτεριά σύντροφοι της 303, της 304 και της 305!

Thanks for the memories!
(even though they weren’t so great…)

Advertisements