Όσο υπάρχει χρόνος για βόλτες, θα υπάρχει και διάθεση. Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να υπάρχει τόσος χρόνος ή αν προτιμώ να βρω μια δουλειά και να μου κοπεί και ο χρόνος και η διάθεση, αλλά να βγάζω και τα δικά μου λεφτά, επιτέλους. Αλλά μια και υπάρχει ακόμα, ας το εκμεταλλευτούμε.

Η δεύτερη βόλτα ξεκινάει από την Πλατεία Μαβίλη. Ιδανικό σημείο εκκίνησης: Κεντρικό, με πολλές πιθανές κατευθύνσεις και με όλα τα free press έντυπα στα stand τους – η Αθήνα είναι υπέροχη την Πέμπτη.

Αυτή τη φορά δεν πήγα προς Παγκράτι, αλλά προς Αμπελοκήπους. Γνωστό μονοπάτι, αλλά αυτή τη φορά αλλάζω διαδρομή: Δεν πηγαίνω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά από την άλλη μεριά, στρίβω στην Τσόχα και φτάνω στη Γούβα. Εκεί, σε ενα γυμνάσιο βγάζω και την πρώτη φωτογραφία:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1137

Νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να ονομαστεί έτσι κάποιος δρόμος. Εμένα, πάντως, θα μου άρεσε.

Προσπερνώντας τα οπαδικά γκραφίτι των οπαδών του Παναθηναϊκού, που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τοίχο της περιοχής, φτάνω στην αφετηρία του 022, «Ν.Κυψέλη – Μαράσλειος». Πηγαίνω από την πίσω πλευρά του σχολείου, μήπως και βρω κάτι να φωτογραφίσω, αλλά τζίφος. Συνήθως στα σχολεία είναι τόσο εύκολο να βρεις κάτι να φωτογραφίσεις, που νιώθω σαν να κλέβω εκκλησία όταν το κάνω. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, έτσι όπως έχουν καταντήσει οι εκκλησίες, θα’πρεπε όλοι να τις κλέβουμε. Αλλά τέλος πάντων.

Περνάω στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, την οδό Μελίνας Μερκούρη («πρώην Αθηναίων Εφήβων», με ενημερώνουν οι πινακίδες). Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει τόσο πράσινο μαζεμένο στην καρδιά της Αθήνας πέρα από το Ζάππειο. Κι όμως, υπάρχει. Και είναι πανέμορφο.

Σε μια μικρή παιδική χαρά στ’αριστερά μου βλέπω έναν ηλικιωμένο άνδρα να πλένει τα δόντια του σε μια βρύση. Μου φαίνεται παράξενο, γιατί δεν είναι άστεγος, αλλά ένας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος. Τον κοιτάω από μακριά με ένα βλέμμα όλο περιέργεια. Μάλλον με αντιλαμβάνεται και αποφεύγει την οπτική επαφή. Ακόμα αναρωτιέμαι τι έκανε εκεί.

Κατεβαίνω ένα σκαλοπάτι παρακάτω, στη Δεινοκράτους, και καταλαβαίνω ότι πλησιάζω στο Κολωνάκι. Τα tags των γκραφιτάδων μειώνονται δραματικά (δεν τα φωτογραφίζω ποτέ, γιατί δε μου αρέσουν – τι νόημα έχει να βάζεις την υπογραφή σου σε έναν τοίχο χωρίς να γράψεις κάτι σε αυτόν;), και η κίνηση των αυτοκινήτων αυξάνεται.

Αποφεύγω το σκληρό πυρήνα του Κολωνακίου – τι να κάνω εγώ εκεί πέρα; Να φωτογραφίζω τη ματαιοδοξία τους; Δεν θέλω. Φτάνω στο Σινέ Δεξαμενή, στην πλατεία της Δεξαμενής του Αδριανού. Ο κόσμος εκεί είναι φυσιολογικός, απλοί άνθρωποι κάθονται και πίνουν τον καφέ τους, χωρίς να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά για να βρουν κάποιον διάσημο. Κι άσε τους άλλους να ψάχνονται.

Από την οδό Λυκαβηττού περνάω στην Αναγνωστοπούλου, τελευταίο κολωνακιώτικο προπύργιο πριν περάσεις τα σύνορα του Βασιλείου των Εξαρχείων. Εκεί βλέπω και τα τελευταία πολυτελή αυτοκίνητα, παίρνω μια τελευταία δόση γκλαμουρίλας πριν στρίψω στη Δημάκη και τελικά στη Δαφνομήλη, όπου αρχίζουν τα ημιυπόγεια, τα συνθήματα και όλη αυτή η γνωστή περιοχή που όλοι ξέρουμε και μερικοί αγαπάμε. Τα Εξάρχεια.

Ήδη, από τη Δαφνομήλη φεύγω με δύο φωτογραφίες:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11381

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1139

Οι κάθετοι δρόμοι μου είναι όλοι τους γνωστοί, περισσότερο εξ ακοής, από τον καιρό που έμενα στα Εξάρχεια. Ασκληπιού, Τσιμισκή, Καλλιδρομίου…Αναρωτιέμαι αν θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος σήμερα, αν η οικογένειά μου δεν είχε αποφασίσει να μετακομίσουμε πριν 15 χρόνια. Και νμίζω πως θα ήμουν διαφορετικός – ίσως όχι καλύτερος ή χειρότερος, αλλά διαφορετικός.

Στρίβω στη Λασκάρεως και περνάω έξω από το σπίτι που έζησε και πέθανε η γιαγιά μου, την οποία ταλαιπώρησα όσο μπορούσα με την παρουσία μου στα 5 και κάτι χρόνια που την πρόλαβα. Και την στράγγιξα οικονομικά.

Στη Μαυρομιχάλη με πιάνει η καρδιά μου. Το θρυλικό σινεμά Αλφαβίλ έχει γίνει σούπερ μάρκετ. Δεν το ήξερα. Στενοχωρήθηκα. Όχι τόσο για μένα, που δεν πρόλαβα ποτέ να δω εκεί καμιά ταινία, αλλά για τη φουκαριάρα τη μάνα μου και τον πατέρα μου, που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα και στο Εκράν – που ευτυχώς υπάρχει ακόμα. Το είδα με τα μάτια μου στη Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο πρώτο μου σπίτι.

Κατεβαίνω τη Βατατζή και κοιτάζω, όπως πάντα, τους τοίχους. Βλέπω αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1140

Δεν είναι ότι συμφωνώ, αλλά αισθητικά μου έκανε «κλικ». Και λίγο πιο κάτω, στην Κομνηνών, κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1143

Και απέναντι από το παλιό μου σπίτι στη Ζωοδόχου Πηγής, είδα αυτό:ceb5ceb9cebacf8ccebdceb11411

Μόνο τα Εξάρχεια θυμούνται τον Αλέξη, άραγε;

Λίγο πιο κάτω, στρίβοντας για Χαριλάου Τρικούπη, στάση για μια ακόμα φωτογραφία, τελευταία για σήμερα:

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1142

Κατηφορίζω προς την Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας. Το «παρκάκι», όπως μου το έλεγαν όταν ήμουν ακόμα 5 χρονών και με πήγαιναν εκεί για να παίζω. Σήμερα δε βλέπω κανένα παιδάκι να παίζει. Μόνο κάτι γέρους που παίζουν τάβλι ή κάτι παρόμοιο και μια παρέα μαύρων σε ένα παγκάκι. Μου αρέσει που κυκλοφορούν πολλοί μαύροι στην περιοχή. Θυμάμαι ότι όταν έμενα εγώ εκεί δεν υπήρχαν μαύροι. Θυμάμαι ότι είχα παραξενευτεί όταν είχα δει για πρώτη φορά έναν μαύρο έξω από το σπίτι μου τότε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι μαύροι υπήρχαν μόνο στην Αμερική και στις ταινίες που έδειχνε καμιά φορά η τηλεόραση. Σήμερα αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, και αυτό θα έπρεπε να μας χαροποιεί.

«Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας»…Παράξενο όνομα. Αλλά όχι και τόσο παράξενο, αν σκεφτείς ότι έχουμε και Πλατεία Αμερικής, Πλατεία Αιγύπτου…Θα δούμε, άραγε, ποτέ μια Πλατεία Παλεστίνης; Μακάρι.

Περνάω απέναντι, στου Γκύζη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Ίδιο σκηνικό. Παλιές πολυκατοικίες, πολύ γκρίζο, καθόλου χρώμα. Αλλά και μια γοητεία που καμιά φορά νομίζω πως μόνο εγώ βλέπω.

Βγαίνω στην Αλεξάνδρας. Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Η Λεωφόρος είναι ακόμα εκεί. Τα προσφυγικά είναι ακόμα εκεί – ευτυχώς. Η ΓΑΔΑ είναι ακόμα εκεί – δυστυχώς. Ο χρόνος αλλοιώνει τους μικρούς δρόμους, τους μεγάλους τους σέβεται. Ή τους λυπάται, αν προτιμάτε.

Ο κύκλος ολοκληρώνεται μέσω Βασιλίσσης Σοφίας. Μέσα στον χαμό και τη φασαρία, να νιώσω ξανά ότι είμαι σε μία μεγαλούπολη που σφύζει από ζωή – η φασαρία είναι ζωή, η σιωπή είναι θάνατος. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύω εγώ, ένας αυθεντικός Αθηναίος. Δε νομίζω ότι πολλοί το πιστεύουν αυτό.

Φτάνω ξανά στην Πλατεία Μαβίλη. Ούτε δύο ώρες δεν κράτησε η βόλτα. Λιγότερο κι από την τελευταία ταινία του Φίντσερ, που οπωσδήποτε θα δω αυτές τις μέρες. Μου κόστισε μόνο δύο κουρασμένα πόδια, τίποτα άλλο. Τζάμπα πράμα.

Και οι βόλτες συνεχίζονται…

Advertisements