Αυτό ήταν, λοιπόν. Η στρατιωτική θητεία, αυτός ο χαμένος χρόνος απ’ τη ζωή μου, ουσιαστικά έφτασε στο τέλος της. Σήμερα παρέδωσα το όπλο μου. Για πάντα. Τρεις υπηρεσίες έμειναν, μετρημένες στα δάχτυλα. Όπλο στα χέρια μου δεν ξαναπιάνω, ποτέ. Τυπικά, μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου είμαι φαντάρος. Στην ψυχή, όμως, είμαι πολίτης. Πάει, τέλειωσε.

Άκουσα πολλά «καλός πολίτης» αυτές τις μέρες από άλλους φαντάρους. Αντίθετα, οι μόνιμοι στρατιωτικοί δε λένε σχεδόν ποτέ «καλός πολίτης». Λένε «τώρα αρχίζουν τα δύσκολα». Θέλουν να σε κάνουν να εκτιμήσεις τον Στρατό, να τρομάξεις στην προοπτική αυτού που σε περιμένει έξω. Υποθέτω ότι αυτός είναι ο δικός τους, ιδιαίτερος τρόπος να πουν «καλός πολίτης», ή κάτι παρόμοιο, σαν «σε ζηλεύω που απολύεσαι κι εγώ μένω εδώ να σαπίζω μια ζωή και σήμερα».

Δεν θα κάνω απολογισμό της θητείας μου σήμερα. Σίγουρα θα το κάνω κάποια άλλη μέρα, όταν θα μπορώ να συγκεντρωθώ αρκετά για να θυμηθώ τα σημαντικότερα γεγονότα της θητείας που μας πέρασε.

Για την ώρα, αποχαιρετώ απλώς το όπλο μου, αδειάζω τον φοριαμό μου, ξεχρεώνω το ΚΨM και ετοιμάζομαι να σκίσω, να κάψω ή να κακοποιήσω με κάποιον πιο πρωτότυπο και σαδιστικό τρόπο τα στρατιωτικά μου ρούχα. Να μη μείνει ούτε τσέπη.

Να μη μείνει τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, οι αναμνήσεις που θέλω να απομείνουν από αυτήν τη θητεία έχουν να κάνουν με πρόσωπα, όχι με πράγματα. Τα χακί δεν έχουν καμία θέση στη μνήμη μου πια. Θα τα εξαφανίσω, όχι τόσο από εκδικητική μανία, αλλά από ανάγκη. Ανάγκη να μη θυμάμαι.

Πλάκα έχει που τα γράφω όλα αυτά φορώντας τα χακί μου, περιμένοντας να τελειώσει κι αυτή η υπηρεσία και να βρεθώ ένα βήμα πριν την οριστική απόλυση. Να κάνω επιτέλους κάτι πιο χρήσιμο για τον εαυτό μου από το να σαπίζω σε μια καρέκλα, ένα κρεβάτι ή μία σκοπιά. Να δουλέψω, να βγάλω χρήματα και να τα ξοδέψω όπως εγώ θέλω. Ελευθερία, μόνο αυτή τη λέξη έχω στο μυαλό μου. Κι αν πάντα θα έχω έναν μαλάκα εργοδότη πάνω απ’το κεφάλι μου, δεν πειράζει. Μέσα μου θα είμαι ελεύθερος.

15000 και μία. Είμαι νεοσύλλεκτος πάλι.

Advertisements