Αυτή είναι η ιστορία του Ζερό. Ο Ζερό ήταν ένας ψηλός, αδύνατος τύπος με το βλέμμα κολλημένο στο κενό. Το δέρμα του είχε μια παράξενη απόχρωση – θα έλεγε κανείς ότι δεν είχε καν χρώμα. Ήταν πάντα ντυμένος με μια λερωμένη μπλούζα και ένα στρατιωτικό παντελόνι – μόνο όταν έκανε κρύο φόραγε από πάνω κι ένα παλιό, σκισμένο παλτό. Ο Ζερό έμοιαζε με φάντασμα: Αδύνατος, άχρωμος, άοσμος, αμίλητος, σχεδόν ακίνητος – σπάνια κουνιόταν από τη θέση του, στο κατώφλι ενός εγκαταλελειμένου σπιτιού σε εκείνο το στενό των Εξαρχείων.

Κανείς δεν ήξερε γιατί τον έλεγαν Ζερό. Ο ίδιος δεν μιλούσε ποτέ, και άρα δεν θα μπορούσε να έχει βγάλει ο ίδιος το ψευδώνυμό του. Μια γιαγιά, που έμενε χρόνια στην περιοχή, έλεγε πως ήταν Γάλλος, και δε μιλούσε ποτέ γιατί δεν ήξερε ελληνικά, πως κάποτε είχε ψελλίσει με δυσκολία σε μία ψιλικατζού τη λέξη «Ζερόμ», αλλά αυτή δεν άκουσε καλά, και τον είπε «Ζερό». Αλλά η γιαγιά αυτή διέδιδε επίσης ότι ήταν η πρώτη που διέσχισε τον Ατλαντικό κολυμπώντας για να πάει να βρει τον μετανάστη πατέρα της στη Νέα Υόρκη πριν από 50 χρόνια, γι’αυτό και δεν την πίστευε κανείς. Μια άλλη δημοφιλής εκδοχή υποστήριζε ότι ο ψηλόλιγνος αυτός τύπος ήταν κάποτε πλούσιος, αλλά είχε ένα πάθος που τον κατέστρεψε: Τον τζόγο. Λέγανε ότι είχε τρέλα με τη ρουλέτα, ότι έπαιζε πάντα τον αριθμό 0, ελπίζοντας ότι κάποτε η μπίλια θα σταματήσει στο πράσινο, κόντρα σε όλους τους νόμους της στατιστικής. Και, φυσικά, όταν πας κόντρα στην στατιστική, πάντα χάνεις – αυτό το ξέρουν όλοι, από τον πιο ιδιοφυή μαθηματικό μέχρι τον χειρότερο πρωθυπουργό. Άλλοι, πάλι, έλεγαν ότι ήταν παλιός τραγουδιστής που ξέπεσε από τα ναρκωτικά και τις καταχρήσεις, ή δραπέτης από τη φυλακή που ποτέ δεν συνελήφθη, ή κάποιος που στραγγάλισε τη γυναίκα του και μετά εξαφανίστηκε για να μην τον πιάσουν και δεν μπόρεσε ποτέ να βρει τη γαλήνη, κυνηγημένος από τις τύψεις. Αλλά η αλήθεια είναι πως κανείς δεν ήξερε πώς βγήκε αυτό το «Ζερό» – όλα αυτά ήταν μόνο ιστορίες που δημιουργούσαν οι ίδιοι, είτε για να κερδίσουν τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αντιστοιχούσαν μπροστά σε έκθαμβους γείτονες και γειτόνισσες, είτε επειδή ο παράξενος άγνωστος άνδρας έκανε τη φαντασία τους να καλπάζει – να καλπάζει τόσο ατίθασα, ώστε να επισκιάζει και τη λογική τους.

Ήταν παράξενη η σχέση των κατοίκων της περιοχής με τον Ζερό. Το παρατσούκλι του φαινόταν να αντικατοπτρίζει απόλυτα τον χαρακτήρα του: Μηδέν. Ένα μηδενικό φυσιογνωμικά, άχρωμος και απαρατήρητος.Ένα μηδενικό σαν προσωπικότητα, αμίλητος και ακίνητος. Το παράξενο είναι ότι όσο αδιαφορούσαν όλοι για τον Ζερό όταν περνούσαν μπροστά του (τόσα χρόνια δεν είχε βρεθεί κανείς να του δώσει ένα πιάτο φαϊ ή να του πει μια κουβέντα, όλοι τον φοβόντουσαν ή τον απέφευγαν – η ικανότητά του να υπάρχει χωρίς να τον ταϊζουν ή να του δίνουν την παραμικρή προσοχή τους έκανε να τον φοβούνται ακόμα περισσότερο, έμοιαζε με υπεράνθρωπο ή με φάντασμα), άλλο τόσο ασχολούνταν μαζί του όταν δεν ήταν αυτός μπροστά. Σαν να τον κουτσομπόλευαν, αλλά δεν ήθελαν να τους ακούσει, δεν ήθελαν να του δώσουν την ευχαρίστηση να καταλάβει ότι μιλούσαν γι’αυτόν. Στο κάτω-κάτω, ήταν απλώς ένα μηδενικό, τίποτα παραπάνω. Δεν δούλευε όλη μέρα, όπως αυτοί. Δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις, όπως αυτοί. Δεν είχε ανάγκες, επιθυμίες, βάσανα, υποχρεώσεις, όπως αυτοί. Δε φαινόταν καν να έχει αναμνήσεις ή συναισθήματα. Φαινόταν κενός, όσο κενό είναι στο κέντρο του ένα μηδενικό. Κανείς δεν ήξερε γιατί τον έλεγαν Ζερό, αλλά και κανείς δεν θα μπορούσε να του βρει πιο ταιριαστό παρατσούκλι.

Για χρόνια ολόκληρα, κανείς δεν ήξερε πόσα, ο Ζερό καθόταν στο ίδιο κατώφλι του ίδιου εγκαταλελειμένου σπιτιού στα Εξάρχεια, φορώντας πάντα τα ίδια βρώμικα ρούχα και κοιτώντας πάντα με το ίδιο απόμακρο βλέμμα τον κόσμο που περνούσε. Όλοι νόμιζαν ότι ο Ζερό κοιτούσε το κενό, ότι δεν τους έβλεπε που τον λοξοκοιτούσαν καμιά φορά, ότι δεν τους άκουγε να γκρινιάζουν για την ακρίβεια, ότι δεν μύριζε τα φτηνά αρώματα με τα οποία οι νεαρές γυναίκες έντυναν τη ματαιοδοξία τους. Πίστευαν ότι ο Ζερό δεν είχε αισθήματα, άρα ούτε και αισθήσεις. Κι όμως, οι αισθήσεις του λειτουργούσαν στην εντέλεια. Κι ίσως να μην μπορούσε αυτό να το πει κανείς για την αφή ή την γεύση του, καθώς σπάνια κουνιόταν και ακόμα πιο σπάνια έτρωγε (αλλά κανείς δεν τον είχε δει ποτέ να το κάνει), όμως οι άλλες τρεις αισθήσεις του ήταν ανεξήγητα ανεπτυγμένες. Παρατηρούσε ασταμάτητα τον κόσμο που περνούσε από μπροστά του, και θυμόταν τι φόραγε κάθε άνθρωπος που είδε ακόμα και πριν δύο εβδομάδες. Άκουγε τις φευγαλέες συζητήσεις τους και ήξερε πια σχεδόν τα πάντα για αυτούς που περνούσαν συχνά από το στενό: τους κατοίκους της περιοχής που όλο γκρίνιαζαν, τους αναρχικούς που πάντα μιλούσαν ψιθυριστά και συνωμοτικά, τους εργαζόμενους στο διπλανό βιβλιοπωλείο, που συνήθως ήταν σκυθρωποί και σπάνια μιλούσαν μεταξύ τους. Και μύριζε τα πάντα γύρω του, τόσο που θα μπορούσε πια να καταλάβει ποιος πέρασε μπροστά του μόνο από τη μυρωδιά του, ακόμα και με τα μάτια κλειστά. Αν και ποτέ δεν θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο, γιατί σχεδόν ποτέ δεν έκλεινε τα μάτια του. Ή τουλάχιστον δεν τον είχε δει κανείς να τα κλείνει – όχι πως τον παρατήρησε ποτέ κανείς για πάνω από ένα δευτερόλεπτο, ώστε να τον προλάβει.

Πραγματικά, αν όλοι αυτοί που κατασκεύαζαν γι’αυτόν τις πιο τρελές ιστορίες τον γνώριζαν καλύτερα, δεν θα τον έλεγαν «Ζερό», αλλά «Observateur», παρατηρητή. Αλλά και πάλι, μάλλον θα συνέχιζαν να τον λένε «Ζερό», γιατί ακούγεται πιο ωραίο. Εξάλλου, και οι παρατηρητές μηδενικά είναι: Κάθονται και κοιτάζουν τους άλλους, ζουν από τους άλλους, δεν υπάρχουν χωρίς τους άλλους. Μηδενικά είναι κι αυτοί.

Ξαφνικά, μια ανοιξιάτικη μέρα ο Ζερό εξαφανίστηκε. Κανείς δεν τον είδε να σηκώνεται, να χασμουριέται, να φοράει τα λιωμένα αθλητικά του παπούτσια και να φεύγει από το πόστο του, στο κατώφλι του παλιού σπιτιού. Όμως έφυγε. Οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν καν ότι κάτι έλειπε από τη γειτονιά τους. Μόνο κάποια παιδιά, που πάντα κοίταζαν περιπαικτικά τον παράξενο άγνωστο, παρατήρησαν την απουσία του. Η είδηση της απώλειας του Ζερό πέρασε απαρατήρητη, σαν ένα μονόστηλο σε μεγάλη εφημερίδα που δεν του δίνεις καμία σημασία. Κάποιοι αναρωτήθηκαν τι να έγινε και για λίγο άρχισαν πάλι τις ιστορίες. «Τον μάζεψε η Αστυνομία», είπε κάποια νοικοκυρά, με τη βεβαιότητα δικαστή που ξέρει πως έχει πάρει τη σωστή απόφαση. «Μπα, θα πέθανε», είπε ένας μεσήλικας άνδρας, χωρίς καμία βεβαιότητα, αλλά με την ικανοποίηση ότι πρόσφερε μιαν άλλη εκδοχή, καλύτερη από της γειτόνισσας. Ναι, αλλά το πτώμα; Τι απέγινε το πτώμα; Σιωπή. «Μήπως βαρέθηκε και πήγε σε άλλη γειτονιά;» Τελικά, μην μπορώντας να βρουν τη λύση στο μυστήριο, ξέχασαν την όλη ιστορία. Στο κάτω-κάτω, είχαν πολύ σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθούν από την εξαφάνιση ενός αλλόκοτου τύπου. Είχαν τις οικογένειές τους, τις ζωές τους, τα σπίτια τους. Αυτός τι είχε; Τίποτα. Και έζησαν αυτοί καλά και ο Ζερό…

Αλήθεια, τι απέγινε ο Ζερό; Λυπάμαι, αλλά η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική: Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Μπορεί εκείνη η νοικοκυρά να είχε δίκιο, να τον μάζεψε η Αστυνομία, να τον σάπισαν στο ξύλο επειδή δεν απαντούσε στις ερωτήσεις τους, να πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία και να συγκάλυψαν το θέμα, για να μην γίνει σκάνδαλο. Ή ίσως να είχε δίκιο εκείνος ο μεσήλικας, ίσως να πέθανε επιτέλους, εξαντλημένος από την ασιτία, και κάποιος σκέφτηκε να πετάξει το πτώμα του στα σκουπίδια ή να το θάψει κάπου. Αλλά ίσως και να έφυγε από εκεί. Ίσως ένιωσε ότι δεν είχε τίποτα άλλο να παρατηρήσει εκεί και αναχώρησε προς άγνωστο προορισμό, έναν προορισμό όπου θα μπορούσε πάλι να βρει ένα άβολο παρατηρητήριο και να πιάσει πάλι δουλειά, παρατηρώντας τον κόσμο που περνάει μπροστά του. Ίσως ο Ζερό να βρίσκεται και στη δική σου γειτονιά και να μην τον έχεις προσέξει – πόσες φορές πρόσεξες εκείνο τον ζητιάνο στη γωνία του δρόμου; Ξέρεις πώς μοιάζει; Είσαι σίγουρος ότι τον είδες σήμερα πρώτη φορά; Μήπως βρίσκεται στο ίδιο σημείο εδώ και καιρό, αμίλητος και ακίνητος με το βλέμμα στο κενό; Μήπως ο Ζερό είναι ακόμα ζωντανός και είναι εκεί, κοντά σου;

Αν τον δεις, μην του μιλήσεις. Δεν θα σου απαντήσει. Ούτε καν θα σε κοιτάξει στα μάτια. Θα σε ακούσει, αλλά δε θα σου δώσει σημασία. Μην του πεις ότι τα ξέρεις όλα γι’αυτόν – κανείς δεν τα ξέρει όλα γι’αυτόν. Ούτε καν αυτός ο παντογνώστης αφηγητής της ιστορίας του, ίσως ούτε και ο ίδιος. Ίσως το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να του πετάξεις ένα χαμόγελο περνώντας από μπροστά του. Δεν θα το καταλάβεις, αλλά αυτός θα το δει. Και θα το εκτιμήσει. Και ίσως για μια στιγμή να κλείσει τα μάτια του από ευχαρίστηση, μόνο για μια στιγμή. Και θα είσαι ο μόνος που θα τον δει να το κάνει. Μόνο για σένα, που τον παρατήρησες. Που παρατήρησες έναν ανιδιοτελή παρατηρητή, που του έδωσες την ίδια σημασία που δίνει κι αυτός σε σένα χωρίς να το ξέρεις.

Ίσως ο Ζερό να είναι δίπλα σου. Και να ζεις εσύ καλά, κι αυτός…κι αυτός απλά να ζει μέσα από σένα κι από όλους αυτούς που παρατηρεί, έχοντας την ευχή και την κατάρα του αιώνιου παρατηρητή…

Advertisements