Τελικά, ξέρετε ποιο πιστεύω ότι είναι το κλασικό λάθος του Έλληνα;…Καλά, εκτός από το γεγονός ότι επιμένει να αναπαράγεται. Είναι η επιμονή του να θέλει να μοιάσει στους άλλους, σε αυτούς που του πλασάρονται ως καλύτεροι από αυτόν. Εκεί που ο Γερμανός θα πει «όχι ρε πούστη, θα βάλω τα δυνατά μου και θα γίνω καλύτερος από σένα», ο Έλληνας λέει «α, κοίτα αυτόν, θέλω κι εγώ να γίνω σαν κι αυτόν!», σαν το παιδάκι που βλέπει τον Superman στν τηλεόραση και νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να πηδήξει από το μπαλκόνι, πιστεύοντας ότι μπορεί κι αυτό να πετάξει. Και το λιγότερο που μπορεί να πάθει είναι να σπάσει τα μούτρα του.

Πάρτε για παράδειγμα τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Σχεδόν επί έναν αιώνα (μέχρι το 1992) πατώναμε και πανηγυρίζαμε κάθε φορά που ένας Έλληνας κολυμβητής δεν πνιγόταν ή κάθε φορά που ένας τοξοβόλος δεν έβγαζε κανένα μάτι. Ξαφνικά, ο Έλληνας σκέφτηκε: «Και γιατί να μη γίνω σαν τους Αμερικανούς, ή σαν τους Ρώσους, ή σαν τους Γερμανούς που σαρώνουν στα μετάλλια; Θέλω κι εγώ μετάλλια!». Και πήρε κι αυτός μετάλλια, δείχνοντας για μία και μοναδική φορά ότι, αν πραγματικά θέλει κάτι, μπορεί να το πετύχει. Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο. Κυριολεκτικά, εντελώς κυριολεκτικά. Γιατί αν δεν ήταν αυτή η «Ελλάδα», αυτή η φανταστική χώρα στην οποία όλοι οι κάτοικοι είναι απόγονοι του Αριστοτέλη και του Σωκράτη (και δεν έχουν καμία σχέση με τον Μεχμέτ ή τον Χασάν) και όλη μέρα πανηγυρίζουν τους εθνικούς της θριάμβους, αγνοώντας τη φτώχεια, την ανεργία και τα άλλα ασήμαντα προβλήματά τους, αν δεν ήταν αυτή η πλαστή χώρα, τότε τίποτα δεν θα γινόταν. Ούτε καν Εθνικό Ύμνο δεν θα είχαμε – κι αν είχαμε, ο τίτλος του θα ήταν «Ωδή εις τον Ωχαδερφισμό» και θα είχε μόνο έναν στίχο: «Ωχ αδερφέ, δε γαμιέται;».

Ξαφνικά, κάτι άλλαξε στον παγκόσμιο αθλητισμό. Οι ξένοι, τα πρότυπά μας, άρχισαν να παίρνουν αναβολικά. Διορθώνω: Άρχισαν να παίρνουν αναβολικά και επισήμως. Γιατί είναι γνωστό ότι απαγορευμένες ουσίες υπήρχαν από πολύ παλιότερα, και χάρισαν σε αυτούς (και αυτές) που τις γεύτηκαν πολλή δόξα, πολλά λεφτά και έναν πολύ σύντομο θάνατο, ή στην καλύτερη περίπτωση μια αναγκαστική εγχείρηση αλλαγής φύλου.

Και πάλι, ζήλεψε ο Έλληνας: «Α!Α! Σέλω κι εγώ αναβολικά! Σέλω κι εγώ απαγορευμένες ουσίες!». Και δώστου ναδρολόνη, και δώστου τεστοστερόνη, και δώστου αυξητικές ορμόνες. Και τα μετάλλια συνέχισαν να έρχονται, και εκείνη η φανταστική Ελλάδα, αυτή που πανηγυρίζει όλη μέρα, είχε ακόμα λόγους να πανηγυρίζει.

Αλλά ο Έλληνας έχει και ένα άλλο κακό: Είναι πάντα βέβαιος ότι η κομπίνα του θα πιάσει. Αυτό, βέβαια, δεν είναι και παράλογο, αφού ο Έλληνας έχει γαλουχηθεί σε ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος ότι κανείς δεν θα ασχοληθεί με τη φοροδιαφυγή του, κανείς δεν θα αναρωτηθεί ποιος έφαγε το τελευταίο κομμάτι πίτσα, κανείς δε θα καταλάβει ότι χάλασε τη δίαιτα. Όμως, άλλο να τα κάνεις αυτά στην Ελλαδίτσα και άλλο να τα κάνεις σε διεθνές επίπεδο. Γιατί εκεί κανείς δεν έχει την καλή διάθεση να κάνει τα στραβά μάτια – εκτός κι αν είσαι Αμερικανός ή Κινέζος, οπότε για κάποιον άγνωστο λόγο εξαιρείσαι. Και τι γίνεται όταν πας με μια τέτοια νοοτροπία στο εξωτερικό; Μία μόνο πιθανότητα υπάρχει: Γϊνεσαι ρόμπα. Και κατ’επέκταση γίνεται ρόμπα και αυτή η φανταστική Ελλάδα, στην οποία όλοι εξακολουθούν να πανηγυρίζουν παρά το ρεζιλίκι, γιατί σε αυτήν την φανταστική χώρα υπάρχει πάντα ένας πολύ καλός λόγος να βγεις στους δρόμους και να πανηγυρίσεις. Αποκλείστηκε από τον τελικό η Ξεπατουλίδου; Δεν πειράζει, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Ελληναρόπουλο .Πιάστηκε ντοπέ ο Ελληναρόπουλος; Δεν πειράζει, η Εθνική μπάσκετ πέρασε στην επόμενη φάση. Αποκλείστηκε η Εθνική; Δεν πειράζει, ο Σάκης Ρουβάς θα πάει στη Eurovision και θα τους πάρουμε τα σώβρακα. Και πάει λέγοντας.

Μετά, όταν μια κομπίνα σου έχει αποκαλυφθεί και έχεις γίνει ρεζίλι, έχεις δύο επιλογές: Τη λογική, δηλαδή να σκύψεις το κεφάλι και να ζητήσεις ταπεινά συγνώμη από όλους όσους πίστεψαν ότι είσαι αυτός που τους έλεγες ότι είσαι, ενώ στην πραγματικότητα ήσουν μια σκέτη απατεωνιά, και την ελληνική, δηλαδή να ζητήσεις και τα ρέστα από τα σκοτεινά κέντρα που σε πολεμούν εσένα, και όλο σου το σόι, και όλη σου την χώρα. Τότε, η φανταστική αυτή χώρα σταματάει να πανηγυρίζει και αρχίζει να θρηνεί και να αγανακτεί για το μίσος και την εμπάθεια που επιδεικνύουν όλες οι άλλες χώρες απέναντί της, καθώς η φανταστική αυτή χώρα δεν έχει συμμάχους, μόνο εχθρούς. Κι όσοι της το παίζουν σύμμαχοι το κάνουν για προσωπικό τους όφελος: Για να πάρουν τίποτα λαθραία μάρμαρα, για να πουλήσουν κανένα οπλικό σύστημα κλπ.

Αυτή η αντίδραση είναι λίγο περίεργη, γιατί είναι σαν να σε ρωτάει η μαμά σου «ποιος έσπασε το βάζο στο σαλόνι;», εσύ κρατώντας τη μπάλα στα χέρια να απαντάς «ήρθαν κάτι εξωγήινοι και το έσπασαν με τα ακτινοβόλα τους», και αυτή να σου απαντάει «α, εντάξει. Τι να φτιάξω για βραδινό;». Κάτι που, φυσικά, δε συμβαίνει ποτέ στην πραγματικότητα. Συμβαίνει μόνο σε εκείνη την φανταστική χώρα που μοιάζει φυσιογνωμικά με την Ελλάδα, αλλά δεν είναι.

Άραγε τόσα στερεότυπα που έχουμε εμείς οι Έλληνες για τους ίδιους μας τους εαυτούς πού τα βρήκαμε; Μήπως μας τα βγάλανε οι κακές εξωτερικές δυνάμεις που μας επιβουλεύονται; Όχι, τα βγάλαμε μόνοι μας. Γιατί έχουμε χιούμορ σαν λαός. ΧΑ! Την πατήσατε! Κι αυτό στερεότυπο είναι! Αν και, δεδομένου του ποιους εκλέγουμε κάθε τόσο να μας κυβερνάνε, είναι πολύ πιθανό είναι να έχουμε ΟΝΤΩΣ ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ ως λαός…Ή καθόλου ανεπτυγμένη ικανότητα κριτικής σκέψης, ένα από τα δύο.
Εξαρτάται: Εσείς σε ποια Ελλάδα ζείτε; Αυτήν του Αλογοσκούφη και του Καραμανλή ή αυτήν του Ζαγοράκη και του Πύρρου Δήμα;

Advertisements