Ένας καταζητούμενος ληστής προχωρούσε σε ένα στενό, όταν είδε καθισμένο σε μια γωνία έναν ρακένδυτο ζητιάνο. Αν και δεν θα το περίμενε κανείς αυτό από έναν ληστή, αυτός βλέποντάς τον έβγαλε από την τσέπη του μερικά νομίσματα και πήγε να τα αφήσει στο καπέλο του ζητιάνου. Όταν έσκυψε για να τα αφήσει, ο ζητιάνος τον σταμάτησε με μια απότομη χειρονομία.

– Πάρε τα λεφτά σου, δεν τα θέλω, του είπε
– Γιατί δεν τα θέλεις; Ζητιάνος δεν είσαι, λεφτά δεν ζητάς;
– Ναι, αλλά δεν τα θέλω από σένα. Ξέρω ποιος είσαι, ξέρω ότι ζεις με τα λεφτά που κλέβεις από τους άλλους.
– Στην  ίδια μοίρα είμαστε, ζητιάνε. Εσύ ζεις από την καλωσύνη των άλλων, κι εγώ ζω από την κακία τους.
– Από τη δική σου κακία ζεις, όχι από τη δική τους.
– Κι όμως…Αν ήμουν τόσο κακός όσο λες, θα είχα ήδη κλέψει το καπέλο σου με όλα τα νομίσματα που έχει μέσα. Γιατί δεν το έχω κάνει;
– Γιατί έχει μέσα μόνο πενταροδεκάρες, γι’αυτό. Τι να τις κάνεις εσύ, που κλέβεις ολόκληρες τράπεζες;
– Αν ήμουν τόσο κακός, δε θα με ενδιέφερε το ποσό – άλλωστε, κι εσένα δε σε ενοχλούν τα ποσά που κλέβω, αλλά η πράξη μου, έτσι δεν είναι;
– Ναι, είναι η πράξη. Εγώ, δηλαδή, γιατί είμαι τίμιος και ζω από την ελεημοσύνη των άλλων;
– Δεν ξέρω…Εμένα δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο, ακόμα κι όταν ήμουν σε πολύ άσχημη θέση. Το θεωρούσα κάπως – μην το πάρεις στραβά αυτό – αναξιοπρεπές.
– Μα τι λες; Δηλαδή είναι πιο αξιοπρεπές να κλέβεις παρά να είσαι τίμιος;
– Στη σημερινή κοινωνία, ναι. Αν έχεις πρόβλημα με αυτό, τότε γεννήθηκες σε λάθος εποχή.
– Όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Εγώ γεννήθηκα τίμιος και θα πεθάνω τίμιος.
– Τότε θα πεθάνεις σύντομα, γιατί αυτή η κοινωνία δεν ανέχεται τέτοιες ανωμαλίες.
– Ανωμαλία είναι να είσαι τίμιος; Από πότε;
– Δεν ξέρω ακριβώς, γιατί όταν γεννήθηκα τα πράγματα ήταν ήδη έτσι.
– Μα, εμένα ο πατέρας μου με μεγάλωσε με άλλη ηθική, μου έμαθε πάνω απ’όλα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου.
– Και ποιος σου είπε ότι εγώ δεν τα έχω καλά με τον εαυτό μου;
– Μα πώς; Είσαι ένας ληστής, ένα παράσιτο, ένας άνθρωπος που ζει σε βάρος των άλλων.
– Κι εσύ τι είσαι; Εσύ δε ζεις σε βάρος των άλλων; Από τα δικά τους λεφτά δεν επιβιώνεις;
– Ναι, αλλά εγώ τα ζητάω, δεν τα παίρνω με το ζόρι!
– Και πώς ζεις; Βγάζεις αρκετά λεφτά;
– Όχι, ίσα που μου φτάνουν για να ζήσω.
– Ακριβώς. Και ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό;
– Επειδή ο κόσμος είναι φτωχός και δεν έχει να μου δώσει λεφτά;
– Επειδή ο κόσμος είναι κακός και δεν θέλει να σου δώσει λεφτά.
– Όχι, δεν το πιστεύω αυτό.
– Καλά θα κάνεις να το πιστέψεις. Ο λόγος που πεινάς είναι ότι βασίζεσαι στον οίκτο των άλλων, και αυτοί οι άλλοι δεν νιώθουν πια οίκτο για τίποτα, πέρα από τον ίδιο τους τον εαυτό.
– Εγώ δεν βασίζομαι στον οίκτο, βασίζομαι στην αγάπη. Ο Χριστός έλεγε να αγαπάς τον πλησίον σου, να του δίνεις το ένα χιτώνιο, ο Χριστός έλεγε «μακάριοι οι φτωχοί»…
– Τώρα ψώνισες από σβέρκο. Για ποιον Χριστό μου μιλάς; Γι’αυτόν που βλασφημούν οι ίδιοι που τον πρεσβεύουν, οι παπάδες και οι καλόγεροι;
– Εμένα η Εκκλησία με έχει βοηθήσει. Μου δίνουν φαϊ, στέγη, με βοηθούν όσο μπορούν.
– ‘Οσο μπορούν; Μα τι αφελής που είσαι! Αν η Εκκλησία σε βοηθούσε όσο μπορούσε, θα ήσουν δισεκατομμυριούχος! Αυτά που κάνει για σένα η Εκκλησία είναι μια σταγόνα στον ωκεανό.
– Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ανήθικος, άθεος, μισάνθρωπος…
– Δεν ήμουν τίποτα από αυτά πριν μερικά χρόνια, στο ορκίζομαι…Η ίδια η ζωή με έκανε έτσι.
– Και νιώθεις περήφανος γι’αυτό;
– Νιώθω περήφανος επειδή προσαρμόστηκα στην κατάσταση και κατάφερα να επιβιώσω. Εσύ νιώθεις περήφανος που είσαι προσκολλημένος στις αξίες σου και ζεις με το ζόρι;
– Ναι, νιώθω περήφανος. Γιατί ποτέ δεν απαρνήθηκα την ηθική μου, την αξιοπρέπειά μου, τα πιστεύω μου. Έχω τη συνείδησή μου ήσυχη.
– Κι εγώ το ίδιο. Γιατί ποτέ δεν έκλεψα τίποτα από κάποιον που το είχε περισσότερο ανάγκη από μένα.
– Ναι, αλλά κλέβεις κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλο, δεν μπορεί να μη σε ενοχλεί αυτό!
– Όχι, δε με ενοχλεί. Γιατί κι αυτός από κάποιον το έκλεψε, κατά κάποιον τρόπο.
– Τι εννοείς;
– Όταν ληστεύω μια τράπεζα, ληστεύω έναν κλέφτη, τον μεγαλύτερο που υπάρχει. Έναν κλέφτη θρασύτατο, που σε κλέβει μπροστά στα μάτια σου, και δεν έχει το παραμικρό έλεος. Δε σου αφήνει ούτε καν τα απαραίτητα για να ζήσεις. Αν εγώ μπω σε ένα σπίτι, δεν θα το αδειάσω ολόκληρο. Θα πάρω τίποτα λεφτά, μερικά κοσμήματα και θα φύγω. Η τράπεζα, όμως, δε σου αφήνει τίποτα, σε εξοντώνει.
– Ναι, αλλά εσένα καταζητούν, όχι τις τράπεζες.
– Βλέπεις, λοιπόν, πόσο προβληματική είναι αυτή η κοινωνία; Κυνηγάνε εμένα, που είμαι ένα μολυσμένο κύτταρο, και όχι αυτούς, που είναι ο καρκίνος.
– Αν πειθαρχούσες στους νόμους αυτής της κοινωνίας, όμως, δεν θα σε κυνηγούσαν.
– Αν όλοι πειθαρχούσαμε στους νόμους, δε θα είχε γίνει ποτέ καμία επανάσταση. Δεν θα υπήρχαν ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε δημοκρατία, ούτε τίποτα. Γιατί οι νόμοι είναι φτιαγμένοι από κάποιους οι οποίοι απαιτούν από όλους τους άλλους να τους σέβονται, την ώρα που αυτοί οι ίδιοι τους αγνοούν.
– Μα αν δεν υπήρχαν νόμοι, θα υπήρχε πανικός, αλληλοσκοτωμοί, διαστροφή…
– Γιατί, τώρα τι υπάρχει; Όλα αυτά που λες υπάρχουν ήδη, απλά τα ντύνουμε με κάτι που αποκαλούμε «δημοκρατία», και νιώθουμε καλύτερα μ’αυτό.
– Ούτε η δημοκρατία σου αρέσει;
– Όχι πια. Κάποτε μου άρεσε, ένιωθα ότι με την ψήφο μου μπορώ να αλλάξω κάποια πράγματα. Όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι μια απάτη, έχασα την πίστη μου στα πάντα. Εσύ σε τι πιστεύεις;
– Πιστεύω στον Θεό, που με κρατάει ακόμα ζωντανό. Πιστεύω στην αγάπη, στην καλωσύνη. Πιστεύω στον άνθρωπο και στη δύναμη που κρύβει μέσα του. Πιστεύω σε ό,τι βλέπω και ό,τι ξέρω.
– Αυτό είναι το πρόβλημα, όμως: Πιστεύεις σε ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις.
– Τι εννοείς;
– Αυτά που λες ότι ξέρεις, στην πραγματικότητα είναι αυτά που σου μάθανε. Και αυτά που σου μάθανε δεν είναι η αλήθεια, αλλά αυτά που τους βολεύει να ξέρεις.
– Είσαι ένας αντιδραστικός. Αλλά τι περιμένω από έναν ληστή, κάποιον που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό…
– Κάνεις λάθος. Σου είπα και πριν ότι δεν θα έκλεβα από έναν φτωχό, ούτε θα έκλεβα τα πάντα από κάποιον. Αυτό λέγεται εσωτερική ηθική και, όσο κι αν εσύ δεν μπορείς να το πιστέψεις, χάρη σε αυτό έχω κι εγώ τη συνείδησή μου καθαρή.
– Δε με ενδιαφέρει η εσωτερική σου ηθική. Εγώ σέβομαι τους νόμους, εσύ δεν τους σέβεσαι. Εγώ πιστεύω στον Θεό, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν μπορείς να έχεις τη συνείδησή σου καθαρή. Πάρε τα βρώμικα λεφτά σου και φύγε από δω.
– Εντάξει, θα φύγω. Μην πάρεις τα λεφτά μου, αλλά πάρε τουλάχιστον μια συμβουλή από μένα: Κάποτε θα θυμάσαι αυτήν την κουβέντα που κάναμε και θα σκέφτεσαι πόσο δίκιο είχα.
– Κάποτε θα σε συλλάβουν και θα σκέφτομαι πόσο δίκιο είχα εγώ.
– Αν πραγματικά ήθελες να με συλλάβουν, θα είχες φωνάξει τον αστυνομικό που στέκεται εδώ και ώρα 100 μέτρα πιο πέρα. Αλλά δεν το έκανες. Γιατί;
– …
– Αντίο ζητιάνε…Και να θυμάσαι την κουβέντα μας…
– Αντίο, άνθρωπε…Αντίο…

(το διήγημα αποτελεί προδημοσίευση του βιβλίου «Ιστορίες που σκαρφίστηκα την ώρα που περπατούσα βράδυ στην Αθήνα νυσταγμένος», το οποίο πρόκειται να εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κ.Καμμένος & Σία». Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, στον τομέα «Αμπελοφιλοσοφία». Πάει για best seller, λέμε!!!)

Advertisements