Πιστεύω πως η τρέλα μου είναι πλέον δεδομένη, τουλάχιστον σε αυτούς που με διαβάζουν συχνά. Άλλοι σαν εμένα αρνούνται την τρέλα τους, δεν την παραδέχονται. Αλλά εγώ ξέρω ότι αν αρνηθώ την τρέλα μου δεν θα μου μένει τίποτα άλλο να υποστηρίξω.

Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που οι άλλοι φαντάροι στις εξόδους τους ξημεροβραδιάζονται στις παραλίες και απολαμβάνουν όσο μπορούν τις ομορφιές του νησιού, ένας τρελός κάνει βόλτες στην πόλη της Χίου, φωτογραφίζοντας τους τοίχους και ψάχνοντας για οτιδήποτε «εναλλακτικό» μπορεί να υπάρχει εκεί.

Το ψάξιμο, λοιπόν, με έβγαλε σε έναν δρόμο στην προέκταση του κεντρικού εμπορικού δρόμου της πόλης, σε ένα στενό που δεν τραβάει την προσοχή. Εκεί βρίσκεται ένα παλιό «Κέντρο Τύπου». Θυμάμαι που, όταν ήμουν μικρός και πήγαινα σε διάφορα νησιά για διακοπές με τους γονείς μου, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να εντοπίσω το Κέντρο Τύπου του νησιού, ώστε να εξασφαλίσω όσο το δυνατόν περισσότερα περιοδικά (και, το σημαντικότερο, να βρω παλιά τεύχη του ΚΟΜΙΞ). Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να το ψάξω για να το εντοπίσω – ήταν σαν να με βρήκε αυτό από μόνο του.

Όταν είδα στο stand έξω από το μαγαζί παλιά τεύχη του Μίκυ Μάους και τόμους του Μπλεκ, ήξερα ότι θα περνούσα πολλή ώρα εκεί μέσα. Κανένα πρόβλημα, από χρόνο άλλο τίποτα. Το μόνο πραγματικό πρόβλημα ήταν τα λεφτά. Μπορεί αυτά τα παλιά περιοδικά να μην κοστίζουν πολύ, αλλά όταν πρέπει να βάλεις στη ζυγαριά το μεσημεριανό σου φαγητό και ένα παλιό περιοδικό, ποιο από τα δύο θα υπερισχύσει; Ειδικά αν είσαι και γνωστός λιγούρης…

Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ άλλο: Ανάμεσα στα παλιά περιοδικά κόμικς, επιστημονικής φαντασίας και σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να βρει κανείς στο Μοναστηράκι, υπήρχε ένα stand με παλιά, σκονισμένα βιβλία. Ψάχνοντας σε αυτό το stand βρήκα το βιβλίο που κρατάω αυτή τη στιγμή στα χέρια μου: Το «Στιχουργήματα Του Στρατού», των εκδόσεων Κούρος (1990!!!). Μια και είμαι φαντάρος, και επηρεασμένος από το οπισθόφυλλο («πρόκειται για μια λαϊκής προέλευσης – αλλά και πολλές φορές και έντεχνης – αυτοσχέδιας μούσας, που πηγάζει κι έρχεται κατευθείαν από την ψυχή»), αλλά και από την τιμή του (2,5 ευρώ; ΟΚ, μπορώ να θυσιάσω ένα χάμπουργκερ για ένα τέτοιο βιβλίο!), αποφάσισα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα.

Εντάξει, το διάβασα κυριολεκτικά σε 10 λεπτά. Αλλά πιστεύω πως η αξία των «στιχουργημάτων» που περιέχει το βιβλίο είναι ανεκτίμητη, και σίγουρα θα τα ξαναδιαβάσω και θα τα ξαναδιαβάσω. Γιατί μπορεί αυτός που σκέφτηκε το τετράστιχο «Μπαμπάκα μου δεν τράβαγες/τότε μια μαλακία/για να γλιτώσω απ’το στρατό/που είναι αηδία» να μην ήταν ο Ελύτης ή ο Σεφέρης, ή ούτε καν ο Φοίβος, αλλά σίγουρα αυτό που έγραψε δεν ήταν για πέταμα. Η τέχνη της φανταρίστικης στιχουργίας είναι πολύ παραγνωρισμένη. Διαβάζοντας τα «βιβλιογραφικά βοηθήματα» του βιβλίου, συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει βιβλιογραφία για το θέμα. Κανείς δεν έχει κάτσει ποτέ να δει σοβαρά αυτή τη μορφή τέχνης, να τη μελετήσει λίγο. Κρίμα δεν είναι;

Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η μορφή τέχνης τείνει να εξαφανιστεί. Γιατί αυτό που για τον παλιό φαντάρο ήταν «ντέρτι», «μαράζι», «καημός», για τον σημερινό φαντάρο είναι «χαβαλές», «τούφα», «ρέκλα». Άσε που είναι και κάτι άλλοι φαντάροι που αντί να φτιάχνουν στιχάκια κάθονται και εξαντλούν όλη τους τη δημιουργικότητα σε κάτι blogs στο Internet – ονόματα δε λέμε…

Θα κλείσω με μερικά τετράστιχα που μου άρεσαν και νομίζω ότι αξίζει να τα διαβάσει κανείς, έστω και μόνο από λαογραφικής άποψης:

Στην πύλη φύλαγα σκοπός
Πέρασαν δυο πουλάκια
Το ένα μου’πε «έχε γεια»
Και τ’άλλο «δυο χρονάκια»

Δεν το περίμενα ποτέ
Νοικοκυρά να γίνω
Τετάρτη και Παρασκευή
Τα ρούχα μου να πλύνω

Σήμερα είναι Κυριακή
Και παν στην εκκλησία
Κι εγώ τελειώνω τη σκοπιά
Και πάω αγγαρεία

Κοιμούμαι κι ονειρεύομαι
Πως είμαι απολυμένος
Και το πρωί σηκώνομαι
Μες στο χακί ντυμένος

Τρεις μήνες στο φυλάκιο
Στο κρύο και στη βρώμα
Χωρίς μαστούρικο καπνό
Χωρίς φιλί στο στόμα

Χελιδονάκι θα γενώ
Να φύγω απ’το λόχο
Κλεφτά να δω τη γκόμενα
Κρυφή λαχτάρα το’χω

Advertisements