Νομίζω ότι το καλοκαίρι είναι μακράν η πιο αντιπαραγωγική μου περίοδος. Δεν είναι μόνο η ζέστη, γιατί ακόμα και τα παγωμένα μελτέμια που έχουν αρχίσει να λυσσομανάνε τα βράδια δε φαίνονται ικανά να ξυπνήσουν τον υπνωτισμένο μου εγκέφαλο. Δεν είναι μόνο η κούραση, γιατί ούτε η δεκαήμερη άδειά μου κατάφερε να με φέρει ξανά σε εγρήγορση. Δεν είναι μόνο η βαρεμάρα, η κλεισούρα, η έλλειψη ενημέρωσης. Είναι όλα αυτά μαζί. Όπως η τηλεόραση το καλοκαίρι δείχνει «κονσέρβες», όπως οι κινηματογράφοι (όχι οι θερινοί, οι άλλοι) νεκρώνουν γιατί το 95% των ταινιών που προβάλλονται είναι πατάτες, όπως η Αθήνα αδειάζει από τους ανυπόμονους διακοπούχους, έτσι και η παραγωγική διαδικασία του blogging «παγώνει».

(αντιθέτως, η αναπαραγωγική διαδικασία του fucking φαίνεται να «ζεσταίνεται» – Summer, sea, sex and sun δε λένε; Εξάλλου, κι εγώ γεννήθηκα Απρίλιο, δηλαδή με συνέλαβαν μήνα Ιούλιο. Είμαι ένα καλοκαιρινό ατύχημα, και είμαι περήφανος γι’αυτό.)

Τις προάλλες γιορτάσαμε μια σημαντική γιορτή της Χριστιανοσύνης: Τη Μεταμόρφωση του Χριστού. Που σιγά τη μεταμόρφωση, δηλαδή. Πήγε σε ένα βουνό και γύρισε με διαφορετικά ρούχα. Αυτό μπορεί να το κάνει και η Πέγκυ Ζήνα στο κέντρο που εμφανίζεται – και αλλάζει και περισσότερες φορές ρούχα, και σε μικρότερο χρόνο. Μήπως να αρχίσουμε να πιστεύουμε στον Ζηναϊσμό; Στο κάτω κάτω, και το ασχημόπαπο που μεταμορφώθηκε σε κύκνο έκανε μια πολύ πιο εντυπωσιακή μεταμόρφωση – δεν είδα ποτέ κανέναν κύκνο με φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι. Κι ας είναι και πολύ πιο χαριτωμένοι από έναν μαλλιά με μούσια.

Για να γιορτάσουμε, λοιπόν, πήγαμε στην Εκκλησία. Σαν να λέμε, για να γιορτάσουμε τη γέννηση του παιδιού μας πήγαμε μια βόλτα στο νεκροταφείο. Και η εμπειρία ήταν ακόμα πιο τραγική, χάρη στον παπά που έκανε τη λειτουργία, και ο οποίος δεν πιστεύω ότι έχει βγάλει Θεολογική Σχολή (και οπωσδήποτε δεν έχει περάσει ούτε απ’έξω από ωδείο), αλλά μάλλον τη μεγάλη των Datsun σχολή. Γιατί με την αγριοφωνάρα που διέθετε, αυτό που έκανε δεν ήταν λειτουργία. Ήταν η καθαρευουσιάνικη βερσιόν του «τέτοια έφαγε η Μαντόνα κι έκανε τον Μαραντόνα». Για να πω την αλήθεια, το μόνο ενδιαφέρον στην όλη διαδικασία ήταν δυο-τρεις κοπελίτσες, που οι μανάδες τους τις είχαν ντύσει με τα βαφτιστικά τους και τις είχαν σύρει με το ζόρι στην εκκλησία. Α, επίσης να μην παραλείψω να αναφέρω πόσο φιλόξενοι και ευγενικοί ήταν κάποιοι από τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι μας κέρασαν σταφύλια, ξηροκάρπια, κουλουράκια και καφέ. Μου θύμισε λίγο το πακετάκι κόλυβα-καφές-κονιάκ που προσφέρουν στις κηδείες – με συγχωρείτε, αλλά δυσκολεύομαι να συνδέσω την εκκλησία με κάτι πιο χαρούμενο.

Και μια και λέω για κηδείες, είναι πραγματικά απίστευτο αυτό που συμβαίνει στην Γεωργία. Δεν είναι τόσο ο πόλεμος – όσο υπάρχουν συμφέροντα και πανίσχυροι κρετίνοι που θέλουν να τα προασπίσουν, δεν θα σταματήσουν ποτέ να γίνονται πόλεμοι. Αλλά να γίνεται πόλεμος (και μάλιστα τόσο βίαιος) σε μια ευρωπαϊκή χώρα (και όχι σε κάποια άγνωστη αφρικανική χώρα) κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων; Δεν μπορώ να το χωνέψω. Πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, υπήρχαν 4-5 διαφορετικές χώρες, κράτη ή πόλεις-κράτη που μονίμως βρισκόντουσαν σε ημιεμπόλεμη κατάσταση, κι όμως κατά τη διάρκεια των Αγώνων όλες οι εχθροπραξίες σταματούσαν. Και σήμερα που έχουμε Οργανισμούς Ηνωμένων Εθνών και διπλωματικά σώματα δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και να πάψουμε να αλληλοσκοτωνόμαστε για είκοσι μέρες; Έστω στον «πολιτισμένο» δυτικό κόσμο;

Τώρα που είπα Ολυμπιακούς Αγώνες: Δεν είναι θλιβερή η κατάντια τους; Κάποτε έβλεπες έναν αθλητή να σπάει το παγκόσμιο ρεκόρ σε ένα άθλημα και έλεγες «κοίτα τι αντοχή, τι σθένος, τι ψυχική δύναμη, τι καρδιά, τι πάθος». Τον θαύμαζες πραγματικά. Τώρα συμβαίνει το ίδιο και λες «ποιος ξέρει τι έχει πιει αυτός για να τρέχει έτσι». Και όχι άδικα, έτσι; Δεν είναι μόνο η Θάνου και ο Κεντέρης. Είναι ένα ολόκληρο σύστημα που έχει μετατρέψει τους Ολυμπιακούς Αγώνες από γιορτή των αθλημάτων σε γιορτή των αναβολικών. Όχι πως αυτή η ιστορία είναι καινούργια. Αλλά είναι κρίμα, γιατί σε αυτούς τους αγώνες η μόνη ντόπα που έχει θέση είναι αυτή που δίνουν οι χιλιάδες φίλαθλοι που συρρέουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν τις προσπάθειες των αθλητών, με τις φωνές τους και τις επευφημίες τους. Μόνο που αυτή η ντόπα, η μόνη πραγματικά χρήσιμη, απουσιάζει από αυτούς τους Αγώνες. Οι Κινέζοι φαίνεται ότι έχουν άλλες προτεραιότητες εκτός από το να πάνε στο γήπεδο, κι έτσι τα γήπεδα είναι πιο άδεια κι από τη Βουλή σε συνέλευση θερινού τμήματος.

Και κάτι άλλο για τους Αγώνες: Η Κίνα, όπως και η Ελλάδα, είναι μια χώρα με κατοίκους που, σε μεγάλο βαθμό, μαστίζονται από τη φτώχεια. Βέβαια, η Κίνα έχει και μια δικαιολογία – 1 και κάτι δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι, δεν μπορεί να τους θρέψει όλους. Εδώ η Ελλάδα με 10 ψωροεκατομμύρια και ψωμολυσσάει. Γιατί, λοιπόν, είναι τόσο σημαντικό για μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι πεινάνε να ξοδέψει αφειδώς εκατομμύρια ολόκληρα για να δημιουργήσει μια «φαντασμαγορική» (πολύ διπλωματικός τρόπος για να πεις «κιτς») τελετή έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων; Γιατί να μην ξοδέψει αυτά τα χρήματα για έναν χρήσιμο σκοπό και όχι για κάτι που θα γίνει μια φορά, θα εντυπωσιάσει για μία μέρα και μετά θα ξεχαστεί και μακροπρόθεσμα δεν θα προσφέρει απολύτως τίποτα; Αυτό που έγινε στην Αθήνα πριν 4 χρόνια, το ίδιο έγινε και στο Πεκίνο φέτος. Και μη μου πείτε ότι η δική μας τελετή ήταν καλύτερη. Τα ίδια σκατά ήταν. Ένα «αξέχαστο» φαντασμαγορικό θέαμα, τόσο αξέχαστο που αν ρωτήσεις σήμερα έναν ξένο πώς του φάνηκε η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, το πιθανότερο είναι να σου απαντήσει «πότε έγιναν Ολυμπιακοί στην Αθήνα;».

Μη με παρεξηγείτε αν φαίνομαι λίγο θυμωμένος ή πικρόχολος. Είμαι και τα δύο, αλλά μη με παρεξηγείτε γι’αυτό. Όλοι θα έπρεπε να είμαστε. Αλλά εγώ έχω κι έναν λόγο παραπάνω. Βλέπετε, σχεδόν όλοι οι φαντάροι της σειράς μου έχουν φύγει από το στρατόπεδο με μετάθεση, ενώ εγώ έμαινα πίσω για τρεις εβδομάδες ακόμα. Δεν είναι τόσο ότι τους ζηλεύω – το αντίθετο μάλιστα. Ήταν πολύ ευχάριστο να τους βλέπω να κάνουν πλάκα καθώς περίμεναν το πλοίο που θα τους έφερνε ξανά κοντά στα σπίτια τους, να βλέπω ένα χαμόγελο που δεν το είχα ξαναδεί πιο πριν. Το χαμόγελο του Οδυσσέα που βλέπει ξανά την Ιθάκη του μετά από χρόνια. Σύντομα θα δω κι εγώ στον καθρέφτη το είδωλό μου να μοστράρει το ίδιο χαμόγελο. Και αν και το σκυλί μου μιμηθεί τον Άργο και ψοφήσει με το που με δει, ακόμα καλύτερα. Είπαμε, σήμερα είμαι θυμωμένος και πικρόχολος. Και ο λόγος είναι ότι ξέρω πως αυτές οι τρεις εβδομάδες που μένουν μέχρι να φύγω από το νησί θα είναι ενδεχομένως οι πιο δύσκολες της μέχρι τώρα θητείας μου. Οι πιο απάλευτες. Χωρίς τους περισσότερους από τους φίλους που έκανα μέχρι τώρα, με περισσότερες ώρες υπηρεσίας και με την ανυπόφορη προσμονή της άδειας μεταθέσεώς μου. Γιατί ο Στρατός είναι από μόνος του αρκετά δύσκολος (όχι τόσο για το σώμα, όσο για την ψυχή), και η έλλειψη καλής παρέας επιτείνει αυτή τη δυσκολία.

Έχω πολλά ακόμα να πω. Θα μπορούσα να γράφω για ένα 24ωρο συνεχόμενα, και πάλι θα είχα πολλά να πω. Αλλά δεν θα σας κουράσω άλλο. Να πάτε να δείτε στην τηλεόραση τους Ολυμπιακούς Αγώνες, να κάνετε ένα μπανάκι στην παραλία, να κάψετε κάνα δάσος με το μισοσβησμένο τσιγάρο σας – ξέρετε εσείς, ό,τι κάνετε κάθε καλοκαίρι.

Θα τα ξαναπούμε σύντομα, που θα έχω λιγότερα νεύρα (ελπίζω)…

Advertisements