Όπως ίσως θα έχετε καταλάβει, είμαι άτομο που βαριέται εύκολα. Υπερβολικά εύκολα. Ναι, ήμουν ένα κλασικό κακομαθημένο 10χρονο που έπρηζε τους γονείς του για να του πάρουν εκείνο το φοβερό παιχνίδι που διαφήμιζε η τηλεόραση και όταν τελικά του το έπαιρναν έπαιζε μαζί του για μερικές ώρες (άντε μια-δυο μέρες το πολύ) και μετά δεν το άγγιζε ξανά. Και είμαι ακόμα εκείνο το παιδάκι που ξεκινάει να ασχολείται με κάτι, ενθουσιάζεται και παθιάζεται στην αρχή, δίνει και την ψυχή του γι’αυτό και μετά από λίγο το βαριέται.

Αυτή θα ήταν ενδεχομένως η εισαγωγή μου στο τελευταίο μου κείμενο ως blogger, αν ποτέ αποφάσιζα να σταματήσω. Ένα κείμενο δακρύβρεχτο, στο οποίο θα ευχαριστούσα τους πιστούς μου αναγνώστες, τη μαμά και τον μπαμπά μου, τον καθηγητή μου στην Έκθεση που μου έλεγε πόσο ωραία γράφω, τη γάτα μου που σε πολλά από τα κείμενά μου υπήρξε ταυτόχρονα συντροφιά και έμπνευση, ακόμα και την Αμερική θα ευχαριστούσα, σαν τον Σημίτη. Αλλά μη βιάζεστε να πανηγυρίσετε: Σκοπεύω να είμαι blogger για πολύ καιρό ακόμα.

Βλέπετε, όταν βαριέσαι έχεις δύο επιλογές. Η μία είναι η εύκολη: Το παρατάς στην τύχη του και ψάχνεις τον αντικαταστάτη του. Και είναι εύκολη γιατί δεν θέλει καθόλου προσπάθεια. Μόνο μια γερή δόση αναισθησίας. Η δεύτερη, αντίθετα, θέλει προσπάθεια: Να του αλλάξεις κάτι, ό,τι χρειάζεται για να ξαναβρείς το ενδιαφέρον σου γι’αυτό. Να του προσθέσεις ή να του αφαιρέσεις κάτι, να αλλάξεις την οπτική σου γωνία απέναντί του, να το κάνεις καλύτερο ή χειρότερο, αλλά πάντως διαφορετικό.

Όλη αυτή η φλύαρη εισαγωγή θέλει να πει ένα πολύ απλό πράγμα: Καιρό έχω να κάνω κάτι καινούργιο στο blog μου. Ας προσθέσω κάτι νέο για να αναζωογονήσω το ενδιαφέρον μου και να έχω κάτι ακόμα για να γεμίζω τις άδειες ώρες του Στρατού.

Αυτό το νέο είναι το «Ε.Λ.Λ.Α.Σ. 600». Τι είναι αυτό; Για να πω την αλήθεια, ούτε κι εγώ ξέρω ακριβώς. Μπορώ σίγουρα να σας πω ότι «Ε.Λ.Λ.Α.Σ.» είναι τα αρχικά των ονομάτων πέντε ανθρώπων, ενώ το «600» συμβολίζει το μισθό τους. Έχετε ακούσει για τη γενιά των 600 ευρώ, έτσι δεν είναι; Ε, αυτό ακριβώς. Ας κάνουμε μια πρώτη γνωριμία μαζί τους.

Ελένη: 24 χρονών, καθηγήτρια αγγλικών. Προσπαθεί εδώ και χρόνια να διοριστεί, αλλά χωρίς επιτυχία. Αυτές οι δουλειές θέλουν «λάδωμα», και της Ελένης της έχει βγει το λάδι τα τελευταία χρόνια. Έχει στερέψει. Για την ώρα, παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά συγγενών και γνωστών της, από τότε που έκλεισε το φροντιστήριο που δούλευε. Ρεαλίστρια και μάλλον απαισιόδοξη, δεν πιστεύει ότι θα βρει ποτέ μια σταθερή δουλειά. «Δε με νοιάζει να πάρω σύνταξη ποτέ μου. Μπορώ να κάνω μαθήματα και καθισμένη σε αναπηρικό καροτσάκι», είναι η γνώμη της για το Ασφαλιστικό.

Λεωνίδας: Είναι να απορεί κανείς πού βρίσκει το μόνιμο κέφι του. Σπούδασε 5 χρόνια στο Μαθηματικό και ήταν από τους καλύτερους του έτους του. Και το αποτέλεσμα; Σήμερα δουλεύει ως delivery σε γνωστή πιτσαρία. «Τουλάχιστον δίνω πάντα σωστά τα ρέστα», του αρέσει να λέει. Πλακατζής και ωχαδερφιστής, δεν ψάχνει για δουλειά, αλλά περιμένει να ψάξει αυτή να τον βρει. Προέρχεται από φτωχή οικογένεια, οπότε έχει συνηθίσει στη λιτότητα. Αλλά για πόσο ακόμα;

Λίζα: Η «μικρή» της παρέας, μόλις 19 χρονών. Ήρθε στην Αθήνα πριν από έναν χρόνο από την επαρχία για να κυνηγήσει το όνειρό της, που είναι να γίνει ηθοποιός. Για να πληρώσει τα δίδακτρα της δραματικής σχολής δουλεύει σαν σερβιτόρα σε κεντρική καφετέρια. Ονειροπόλα αλλά και αποφασισμένη να πετύχει με οποιοδήποτε κόστος, ζει και αναπνέει για τη στιγμή που θα την καμαρώσει η μαμά της στην τηλεόραση. Καμιά φορά φαίνεται σαν ψώνιο, σαν χαζή ξανθιά, αλλά δεν είναι. Απλά, πιστεύει πολύ στον εαυτό της.

Αλία: Ο ίδιος προτιμά να τον φωνάζουν «Ηλία». Όχι επειδή ντρέπεται για την αλβανική καταγωγή του (είναι μετανάστης δεύτερης γενιάς), αλλά επειδή αυτή η καταγωγή από μόνη της του κλείνει πολλές πόρτες σε αυτή τη χώρα. Γι’αυτό και οι σπουδές του στο ΤΕΕ μέχρι τώρα δεν του έχουν χρησιμεύσει σε τίποτα και δουλεύει για πενταροδεκάρες σε οικοδομές. Απογοητευμένος από την αντιμετώπιση των Ελλήνων, θέλει να αισθάνεται και ο ίδιος Έλληνας, αλλά δεν του το επιτρέπουν. «Και το θυμάμαι αυτό κάθε φορά που πρέπει πάλι να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου, κι ας μην έχω γνωρίσει άλλη πατρίδα», λέει – και ποιος μπορεί να του ρίξει άδικο;

Στάθης: Από μικρός ήθελε να γίνει δημοσιογράφος. Και τα κατάφερε. Και λοιπόν; Τώρα δουλεύει σχεδόν τζάμπα σε καθημερινή εφημερίδα, που δε φαίνεται να έχει την πρόθεση να τον πληρώσει ούτε δεκάρα παραπάνω από το βασικό μισθό. Ανησυχεί και θλίβεται για την κρίση που περνάει το επάγγελμα. Στην πραγματικότητα, ανησυχεί και θλίβεται για τα πάντα. Το δημοσιογραφικό του «μικρόβιο» τον κάνει να ενδιαφέρεται για τα πάντα και να έχει γνώμη για τα πάντα, όχι απαραίτητα σωστή. «Πρόσεχε τι εύχεσαι, μπορεί να βγει αληθινό», θα μπορούσε να πει.

Θα σας φανεί παράξενο, αλλά όσο τους ξέρετε εσείς άλλο τόσο τους ξέρω κι εγώ. Δεν ξέρω καν αν είναι δημιουργήματά μου ή πέντε πραγματικοί άνθρωποι, από αυτούς που κυκλοφορούν γύρω μας, από αυτούς που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με τα δύσκολα δεδομένα της εποχής μας και, κυρίως, από αυτούς που κάνουν πλάκα με τα προβλήματά τους, που κάνουν όνειρα τρελά και τα χλευάζουν από μόνοι τους.

Αυτό, λοιπόν, είναι το καινούργιο στοιχείο που προστίθεται από σήμερα στο blog μου, το «Ε.Λ.Λ.Α.Σ. 600». Πείτε ότι χαρήκατε για τη γνωριμία, κι ας είναι ψέματα, και περιμένετε να δείτε τη συνέχεια. Κάθε νέα γνωριμία κρύβει εκπλήξεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες. Είστε έτοιμοι να τις αντιμετωπίσετε; Και αν ναι, τότε είμαι εγώ έτοιμος; Θα δούμε στην πορεία…

Υ.Γ.: Αλήθεια, γιατί δεν έβαλα κι έναν φαντάρο;

Advertisements