Ήταν κάποτε ένα παλικάρι ψηλό σαν τα βουνά, όμορφο σαν τα κρύα τα νερά και χοντρό σαν τις φάλαινες που συχνάζουν στα εν λόγω νερά. Σε όλη του τη ζωή δεν ενοχλούσε κανέναν, εκτός από όσους ενοχλούσε αισθητικά με τις αποκρουστικές ενδυματολογικές του προτιμήσεις. Κανείς δεν είχε να πει κακό λόγο γι’αυτόν, ούτε καν οι πρώην του. Κι αυτό για τον πολύ απλό λόγο ότι ποτέ δεν είχε πρώην.

Έτσι, λοιπόν, περνούσαν τα χρόνια, έκανε φίλους, μεγάλωσε, σπούδασε, ζούσε ξένοιαστα τη ζωή του. Ή τουλάχιστον αρκετά ξένοιαστα ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να πέσει από το μπαλκόνι του 4ου ορόφου, με τον κίνδυνο να επιζήσει κιόλας. Μέχρι που…

Μέχρι που έφτασε η ώρα να πληρώσει για τα κρίματά του. Όχι, δεν είχε σκοτώσει άνθρωπο – αν και είχε περάσει από το μυαλό του κάποιες φορές. Ούτε βασάνιζε μικρά ζώα όταν ήταν μικρός (αν και είχε βασανίσει μερικά μυρμήγκια, αλλά αυτό δε μετράει). Ούτε παιδεραστής ήταν, ούτε κλέφτης, ούτε έχωνε τις μύξες του κάτω από το θρανίο στο σχολείο. Το κρίμα του ήταν ότι γεννήθηκε Έλληνας. Και η αναπόφευκτη τιμωρία του ήταν να πάει στον στρατό.

Εντάξει, αρκετά με τις παραβολές – ο τελευταίος σε αυτόν τον πλανήτη που μιλούσε με παραβολές σταυρώθηκε πριν από περίπου 2.000 χρόνια και δεν θα ήθελα να έχω την ίδια τύχη. 12 Φεβρουαρίου πρωί-πρωί παρουσιάζομαι στη Θήβα, σύμφωνα με το χαρτί που παρέλαβα σήμερα. Δέχομαι συλλυπητήρια.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω βγάλει ακόμα τις μαύρες πλερέζες και ούτε σκοπεύω να το κάνω. Ναι, η Ελλάδα είναι μία από τις οπισθοδρομικές χώρες που ακόμα επιβάλλουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία – διόλου παράξενο σε μια χώρα που έχει ακροδεξιό κόμμα στη Βουλή. Ναι, ο επόμενος ένας χρόνος θα είναι πιθανότατα πιο αδιάφορος και βαρετός κι απ’όσο θα ήταν αν έπεφτα σε κώμα. Αλλά αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Ή μάλλον δεν είναι αποκλειστικά δικό μου πρόβλημα. Ό,τι κι αν περάσω δεν θα το περάσω μόνος μου, αλλά με παρέα. Και ό,τι κι αν περάσω, ξέρω πως για πολλά χρόνια θα το θυμάμαι και θα γελάω.

Το χειρότερο αυτές τις μέρες που απομένουν είναι οι αντιδράσεις όλων των υπολοίπων. Ειδικά η μάνα-τραγική φιγούρα (κάτι έχω μάθει από τα δελτία ειδήσεων) που νομίζει ότι θα με στείλουν στη Βαγδάτη να κάνω σκοπιά στις πετρελαιοπηγές. Και μετά είναι οι μεγαλύτεροι φίλοι, που έχουν πάει ήδη στο στρατό. «Έλα μωρέ, μια χαρά είναι, μη φοβάσαι, είναι όλοι γαμώ τα παιδιά, κάνε ό,τι σου λένε και θα περάσεις μια χαρά». Και τα λένε όλα αυτά ξεχνώντας ότι πριν περάσουν την πύλη του στρατοπέδου τα’χαν κάνει πάνω τους και έτρεχαν να αλλάζουν πάνες.

Όπως και να’χει, νομίζω ότι είναι ανεπανόρθωτα ηλίθια η υποχρεωτική στράτευση. Ταυτίζομαι απόλυτα με τον στίχο του Φοίβου Δεληβοριά: «Ανήκω κι εγώ στη σωρεία των ανθρώπων/που βλέπουν το στρατό σαν κάτι άχρηστο εντελώς». Σε μια πατρίδα που ούτε καν νιώθω την ανάγκη να αναγνωρίσω (πόσο μάλλον να υπηρετήσω), μου φαίνεται φοβερά ανούσιο να κόψω στη μέση την ζωή μου, να αναγκαστώ να απορρίψω μια πολύ καλή πρόταση εργασίας και να πάω να κλειστώ σε ένα στρατιωτικό μοναστήρι. Χωρίς την ελευθερία μου, χωρίς σεξ, με την ίδια θρησκευτική λατρεία (θα έχετε ακούσει για τις παγκοσμίου φήμης χριστοπαναγίες και τα πρώτης ποιότητας γαμωσταυρίδια των Ελλήνων φαντάρων).

Και μια συμβουλή προς μελλοντικούς στρατευομένους: ΠΟΤΕ μην εμπιστεύεστε «γαλάζιο» μέσο αν δεν είστε «γαλάζιο παιδί», αν δε θέλετε να βρεθείτε στο Διδυμότειχο blues…

Advertisements