santa.gif

Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ενημερώνει τον κόσμο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αυτό το ήξερε καλύτερα από τον καθένα ο Στάνλεϊ. Έχοντας ήδη εμπειρία 30 χρόνων στις μεγαλύτερες αμερικανικές εφημερίδες, ο Στάνλεϊ ήξερε πια πολύ καλά τι ήθελε να μάθει ο κόσμος και του το προσέφερε απλόχερα.

Όμως το πραγματικό του ταλέντο ήταν οι συνεντεύξεις. Είχε πάρει συνέντευξη από όλες σχεδόν τις σημαντικές προσωπικότητες του κόσμου: Πολιτικούς, καλλιτέχνες, διανοούμενους, επιχειρηματίες, αθλητές. Είχε την μοναδική ικανότητα να πηγαίνει την συζήτηση εκεί που ήθελε και να οδηγεί το αντικείμενο της συνέντευξης σε αποκαλύψεις για τον εαυτό του που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να εκμαιεύσει.

Κάποτε αποφάσισε ότι ήταν καιρός να βγάλει ένα βιβλίο, στο οποίο θα συγκέντρωνε τις σημαντικότερες συνεντεύξεις που είχε πάρει σε αυτά τα 30 χρόνια. Φυσικά, του φάνηκε πολύ δύσκολο να αποφασίσει ποιες θα έμπαιναν στο βιβλίο και ποιες όχι, αλλά τελικά κατέληξε σε 99 από αυτές. Σε εκείνο το σημείο ήταν που ο Στάνλεϊ συνειδητοποίησε ότι ίσως κάποια μεγάλη προσωπικότητα να έλειπε από την πρωτότυπη «συλλογή» του και θα έπρεπε να πάρει ακόμα μία μεγάλη συνέντευξη για να συμπληρώσει τις 100 που χρειαζόταν για το βιβλίο.

Κάθε μέρα διάβαζε εφημερίδες, έβλεπε ειδήσεις, ενημερωνόταν για τα πάντα. Όμως δεν έβρισκε κάποιον που πραγματικά να άξιζε να του πάρει συνέντευξη και να μην το είχε κάνει ήδη. Είχε σχεδόν απελπιστεί όταν, περπατώντας στους χριστουγεννιάτικους δρόμους της Νέας Υόρκης, είδε έναν πλαστικό Άγιο Βασίλη να χορεύει έξω από ένα κατάστημα στους διαχρονικούς ρυθμούς του Jingle Bells. Αυτό ήταν: Θα έπαιρνε μία πραγματικά μοναδική στα χρονικά συνέντευξη από τον πραγματικό Άγιο Βασίλη!

Φυσικά, αντιμετώπισε αρκετές δυσκολίες προκειμένου να πετύχει τον απίθανο στόχο του. Η σημαντικότερη ήταν ότι δεν ήξερε πού θα έβρισκε τον Άγιο Βασίλη. Με όλους τους υπόλοιπους τα πράγματα ήταν απλά: Ένα τηλέφωνο στη γραμματέα ή στον ατζέντη, ένα ραντεβού και τέλος. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση; Πολλοί έλεγαν ότι έμενε στη Λαπωνία, σε ένα δικό του χωριό, άλλοι πίστευαν ότι ζει στον Βόρειο Πόλο, ενώ μια άλλη, λιγότερο δημοφιλής θεωρία τον ήθελε να ζει στην Καππαδοκία.

Κι όμως, τελικά ο Άγιος Βασίλης βρισκόταν πολύ πιο κοντά απ’όσο νόμιζε ο Στάνλεϊ. Μετά από πολυήμερη έρευνα στο Google και σε άλλες μηχανές αναζήτησης, ο Στάνλεϊ ανακάλυψε το blog του πραγματικού Άγιου Βασίλη και του έστειλε ένα e-mail για να συναντηθεί μαζί του. Ο Άγιος Βασίλης ήταν εξαιρετικά low profile και απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις, όμως μετά από πολλές πιέσεις δέχτηκε να εκπληρώσει την ευχή του Στάνλεϊ, ο οποίος προέβαλε το επιχείρημα ότι ήταν καλό παιδί όλο το χρόνο. Και την επόμενη μέρα, ο Στάνλεϊ βρισκόταν στην απέραντη παραλία του Μαλιμπού, στην Φλόριντα.

Φτάνοντας στο σπίτι του Άγιου Βασίλη, αναρωτήθηκε αν όντως είχε τη σωστή διεύθυνση. Μπροστά του είχε μία τεράστια έπαυλη με ιδιωτική παραλία, πισίνα και μία αστραφτερή Aston Martin στο γκαράζ – όχι ακριβώς αυτό που περίμενε να δει. Αλλά και ο ίδιος ο Άγιος Βασίλης δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που περίμενε να δει: Ντυμένος με ένα λεπτό φανελάκι, βερμούδα-μαγιό και σαγιονάρες, χωρίς μούσια και με βαμμένα μαλλιά δεμένα κοτσίδα, με μαύρα γυαλιά ηλίου, χωρίς την χαρακτηριστική κοιλάρα του και με σχεδόν νεανικό πρόσωπο, δεν θύμιζε σε τίποτα τον κλασικό Άγιο Βασίλη που όλοι ξέρουν.

– Εσύ πρέπει να είσαι ο Στάνλεϊ, σωστά;
– Ναι, Άγιε Βασίλη…
– Μπορείς να με λες Μπίλι, οι φίλοι έτσι με φωνάζουν.
– Όχι, προτιμώ το «Άγιε Βασίλη».
– ΟΚ, πάντως εγώ στο πρότεινα. Θα καθήσουμε μέσα ή προτιμάς να τα πούμε κάνοντας μερικές βουτιές στην πισίνα;
– Εεεε…Δεν ξέρω, ότι σε βολεύει εσένα…
– Καλά, ας κάτσουμε μέσα. Άλλωστε, δεν έχουμε και πολύ χρόνο, έχω πολλές δουλειές αυτήν την περίοδο.

Ο Άγιος Βασίλης τον οδήγησε στο σαλόνι, όπου τον έβαλε να καθήσει σε έναν αναπαυτικό καναπέ. Ο ίδιος κάθησε σε μία πολυθρόνα απέναντί του. Ο Στάνλεϊ έβγαλε το μαγνητόφωνο, το ακούμπησε στο τραπέζι και πάτησε το REC. Η συνέντευξη άρχισε αμέσως μετά.

– Καλημέρα, Άγιε Βασίλη.
– Καλημέρα, Στάνλεϊ.
– Άγιε Βασίλη, φαντάζομαι ότι είναι μια αρκετά δύσκολη περίοδος για σένα τα Χριστούγεννα…
– Δεν είναι και τόσο τραγικά τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, εγώ είμαι απλά ο προϊστάμενος του τμήματος Δώρων. Τα δώρα κατασκευάζονται από καλικάτζαρους στην Κίνα και συσκευάζονται σε ένα εργοστάσιο στο Μεξικό. Εγώ απλά αποφασίζω ποια δώρα θα πάνε πού.
– Ναι, αλλά έχεις να τα μοιράσεις και στα σπίτια…
– Α, όχι πια. Αυτό ήταν όντως πολύ κουραστικό, γι’αυτό και τελικά το ανέθεσα σε μια εταιρεία κούριερ.
– Κούριερ; Και οι τάρανδοι; Το έλκηθρο;
– Ε, πάνε αυτά. Οι τάρανδοι έχουν πια βγει στην σύνταξη, όσοι ζουν ακόμα, ενώ το έλκηθρο το έδωσα σε μια μάντρα ανταλλακτικών για παλιοσίδερα. Είμαι και γέρος άνθρωπος πια, δεν μπορώ να μετακινούμαι, να μπαίνω σε καμινάδες και τέτοια…
– Γέρος άνθρωπος; Πάντως εγώ μια χαρά σε βρίσκω, καμία σχέση με τον παππούλη που βλέπουμε στις διαφημίσεις…
– Ε, μην κοιτάς τώρα, είναι που έκανα και το λίφτινγκ πριν δύο μήνες.
– Λίφτινγκ;
– Ναι, μη σου φαίνεται παράξενο. Κι εγώ το σκεφτόμουν στην αρχή, αλλά με έπεισε ο φίλος μου ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός – γαμώ τα παιδιά ο Γρηγόρης -, που μου είπε ότι οι μισοί Άγιοι και σχεδόν όλες οι Αγίες έχουν κάνει τουλάχιστον μία πλαστική επέμβαση. Προσθετικές στήθους, κολλαγόνα, ρινοπλαστική…Ε, το πήρα κι εγώ απόφαση και έκανα λίφτινγκ. Και με την ευκαιρία έκανα και μία λιποαναρρόφηση.
– Είχα πάντα την εντύπωση ότι ο Άγιος Βασίλης πρέπει να είναι λίγο χοντρούλης…
– Κι εγώ το ίδιο, μέχρι που ο γιατρός μου είπε ότι το ζάχαρό μου έχει χτυπήσει κόκκινο από τα μπισκότα που έτρωγα τα Χριστούγεννα και έπρεπε οπωσδήποτε να χάσω κιλά.
– Και η κόκκινη στολή με τον σκούφο και τις μπότες;
– Α, αυτά τα έχω μόνο για τις διαφημίσεις της Coca Cola πια. Τα έχω καταχωνιάσει στο πατάρι – άλλωστε αυτή η στολή πάντα μου έφερνε φαγούρα…
– Επίσης, οι περισσότεροι πιστεύουν πως μένεις στη Λαπωνία ή στον Βόρειο Πόλο…
– Όντως, παλιά έμενα εκεί πάνω. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς 350 μέρες τον χρόνο κάθομαι, οπότε γιατί να μην κάθομαι σε μία παραλία με ένα δροσερό κοκτέιλ στο χέρι, αντί να τουρτουρίζω από το κρύο μες στους πάγους;
– Αλήθεια, αυτές τις 350 μέρες του χρόνου τι κάνεις;
– Ε, εδώ στην παραλία κάνω τα μπάνια μου, βγαίνω καμιά φορά για clubbing με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ που έχει σπίτι εδώ κοντά, μιλάω στο τηλέφωνο με το αφεντικό, τέτοια πράγματα…
– Το «αφεντικό»; Τι εννοείς;
– Ε, δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ; Υπάλληλος είμαι κι εγώ, τίποτα παραπάνω. Εργοδότης μου είναι ο Θεός. Αυτός κανονίζει τα ωράρια, τα μπάτζετ, τους μισθούς, τα πάντα.
– Είμαι σίγουρος πως οι αναγνώστες θα ήθελαν πολύ να μάθουν πώς είναι ο Θεός…
– Α, είναι πολύ καλός. Ευγενικός με όλους, εξυπηρετικός, καλόκαρδος, το ιδανικό αφεντικό! Δεν μπορώ να έχω παράπονο!

Ξαφνικά, το ύφος του Άγιου Βασίλη έγινε μελαγχολικό.

– Να σου πω κάτι off the record;

Ο Στάνλεϊ κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έκλεισε το μαγνητόφωνο.

– Βασικά, ο Θεός είναι πολύ σπαζαρχίδης. Θέλει τα πάντα τα γίνονται στην εντέλεια και άμα κάνεις την παραμικρή μαλακία σε στέλνει στο Διάολο. Άσε που οι χορηγίες του στο τμήμα Δώρων όλο και μειώνονται και άμα συνεχίσουμε έτσι, ο επόμενος ισολογισμός μας θα βγει αρνητικός. Να φανταστείς ότι φέτος  αναγκάστηκα παράτυπα να μεταφέρω 1000 παιδιά από την λίστα των καλών στη λίστα των κακών για να γλιτώσουμε τα δώρα τους.
– Και γιατί είπες άλλα πριν;
– Γιατί κάτι έχει ακουστεί τελευταία για μαζικές απολύσεις και δεν είμαστε για τέτοια τώρα…Ακόμα το πληρώνω το δάνειο για το σπίτι…
– Μάλιστα…Μπορούμε τώρα να συνεχίσουμε κανονικά τη συνέντευξη;
– Ναι, φυσικά.

Ο Στάνλεϊ πάτησε ξανά το REC και συνέχισε:

– Πρέπει να αγαπάς πολύ τα παιδιά για να το κάνεις αυτό εδώ και τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι;
– Ε, τα συμπαθώ τα παιδιά, είναι αλήθεια. Έτσι την πήρα τη δουλειά, άλλωστε…
– Θα μας πεις την ιστορία;
– Αν και δε μου πολυαρέσει, θα στην πω. Ήμουν στην Καππαδοκία πριν μερικές εκατοντάδες χρόνια. Μια μέρα ήμουν έξω από ένα σχολείο και μοίραζα στα παιδάκια σοκολάτες και καραμέλες. Εκεί με είδε ένας άγγελος και, εντυπωσιασμένος με την αγάπη που έδειχνα στα παιδιά, μου πρότεινε να καταθέσω το βιογραφικό μου για τη θέση του προϊσταμένου στο τμήμα Δώρων, που μόλις είχε δημιουργηθεί. Ε, ο Θεός εντυπωσιάστηκε από το βιογραφικό, με προσέλαβε και τη συνέχεια την ξέρεις…
– Ήσουν τυχερός που ήταν εκεί ο άγγελος, ε;
– Πράγματι, γιατί αν δεν ήταν ο άγγελος και ήταν κανένας αστυνομικός θα καταλάβαινε ότι προσπαθούσα να αποπλανήσω ένα αγοράκι που μου είχε γυαλίσει και θα με έκλειναν στη στενή.

Ο Στάνλεϊ γούρλωσε τα μάτια, αλλά δεν είπε τίποτα.

– Άγιε Βασίλη, γιατί δεν έχεις εμφανιστεί ποτέ δημόσια;
– Βασικά, αυτό είναι ένα τρικ που μου έμαθε το τμήμα PR του Παραδείσου: Όσο λιγότερο εμφανίζεσαι, τόσο περισσότερο διάσημος γίνεσαι και διατηρείς τη φήμη σου. Άσε που δεν έχεις στα πόδια σου το κάθε κουτσούβελο να γκρινιάζει για τα δώρα του και να θέλει να βγει φωτογραφία μαζί σου. Το ίδιο έκανε και ο Έλβις και είδες τι επιτυχία είχε.
– Ναι, αλλά οι διαφημίσεις της Coca Cola;
– Άλλο οι διαφημίσεις. Ακόμα και σε αυτές ήμουν αρνητικός, αλλά όταν είδα την επιταγή με τα πολλά μηδενικά δεν μπορούσα να αρνηθώ. Καταλαβαίνεις, έτσι; Μου έδιναν εκατομμύρια ολόκληρα για να παίξω σε μια διαφήμιση 15 δευτερολέπτων και να μου βγάλουν 2 φωτογραφίες. Θα ήμουν βλάκας αν δεν δεχόμουν – άσε που μετά θα έκαναν ανάλογη πρόταση στον Άγιο Νικόλαο και μου κάθεται στο λαιμό αυτός ο τύπος…
– Τα γράμματα που σου στέλνουν τα παιδιά τα λαμβάνεις;
– Η υπηρεσία μας έχει ειδικό τομέα ανάγνωσης γραμμάτων, στην Λαπωνία. Οι υπεύθυνοι εκεί συμβουλεύονται τις λίστες καλών και κακών παιδιών που καταρτίζω κάθε χρόνο και αναλόγως είτε μου διαβιβάζουν την επιθυμία του παιδιού, είτε πετάνε το γράμμα στα σκουπίδια. Τα καλύτερα γράμματα τα κορνιζάρω – όπως εκείνο από ένα αγοράκι στο Αφγανιστάν, που ήθελε το τροχόσπιτο της Barbie. Τρελά γέλια, σου λέω!
– Αλήθεια, πάντα αναρωτιόμουν με ποιο κριτήριο αποφασίζεις ποια παιδιά είναι καλά και ποια κακά…
– Κοίτα, δεν υπάρχει συγκεκριμένο κριτήριο. Γενικά, τα παιδιά που ακούνε τους γονείς τους, τρώνε όλο το φαϊ τους, κάνουν τα μαθήματά τους, δεν κάνουν φασαρία το μεσημέρι και δεν παίζουν ποδόσφαιρο μέσα στο σπίτι είναι καλά παιδιά. Όλα τα υπόλοιπα είναι κακά παιδιά. Αλλά αν ήταν ετσι θα μοίραζα 2-3 δώρα κάθε χρόνο και θα έχανα τα bonus μου, οπότε είμαι λίγο πιο ελαστικός.
– Κλείνοντας αυτήν την συνέντευξη, θα ήθελες να μας εκμυστηρευτείς κάτι που δεν έχεις πει ποτέ σε κανέναν;
– Ναι…Ο Ρούντολφ ο τάρανδος δεν είχε λαμπερή κόκκινη μύτη, όπως λέει το τραγούδι, αλλά λαμπερό κόκκινο πέος και γι’αυτό ξεχώριζε από όλους τους άλλους ταράνδους – αλλά πώς να το πεις αυτό σε μικρά παιδιά; Με πιάνεις, έτσι;
– Σε ευχαριστούμε, Άγιε Βασίλη.
– Εγώ ευχαριστό, Στάνλεϊ.

Πριν ακόμα ο Άγιος Βασίλης τεντώσει το χέρι του για χειραψία, ο Στάνλεϊ είχε ήδη φύγει τρέχοντας από τι σπίτι.

Η συνέντευξη δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Ούτε το βιβλίο εκδόθηκε. Ο Στάνλεϊ πούλησε το σπίτι του, παράτησε την οικογένειά του και εξαφανίστηκε. Κανείς δεν τον έχει δει από τότε. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τον είδαν σε ένα αφρικανικό κρατίδιο να παίρνει συνέντευξη από τον μάγο της φυλής Χαλιούμπα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι προσπαθεί να βρει την εσωτερική του γαλήνη στο Θιβέτ, κοντά στον Δαλάι Λάμα. Κανείς από αυτούς δεν ασχολείται με έναν ημίτρελο ζητιάνο στην περιοχή του Μαλιμπού, ο οποίος κυκλοφορεί όλη μέρα στους δρόμους ουρλιάζοντας ότι «δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης», εισπράττοντας βλέμματα αποδοκιμασίας από τους περαστικούς, οι οποίοι ούτως ή άλλως γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Εκτός από έναν πολύ συγκεκριμένο κάτοικο της περιοχής, που κάθε φορά που τον βλέπει χαμογελάει και σκέφτεται: «Αυτά παθαίνουν τα κακά παιδιά όταν ζητάνε δώρα από τον Άγιο Βασίλη»…

 ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Advertisements