Δεν ξέρω τι τον έχει πιάσει χριστουγεννιάτικα τον Gog  και έχει βαλθεί να διαφωνήσουμε επί παντός επιστητού. Γιορτή της αγάπης, σου λέει μετά…Αλλά λατρεύω αυτές τις μικροδιαφωνίες, που μου δίνουν τη δυνατότητα να τσακώνομαι (τρόπος του λέγειν) με τους άλλους χωρίς να χαλάω τη σχέση μου μαζί τους. Δηλαδή, η ευεργετική επίδραση του καβγά, χωρίς τις αρνητικές του συνέπειες. Fuckin’ beautiful!

Και αυτή τη φορά, η διαφωνία μας εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: Πριν λίγες μέρες ήταν ο Λάκης Λαζόπουλος, τώρα είναι ο Δημήτρης Δανίκας.

Ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος να μιλήσω για κριτικούς κινηματογράφου, καθώς μέχρι πριν μερικούς μήνες τους αντιπαθούσα όλους ανεξαιρέτως. Τους έβλεπα σαν παρασιτικούς οργανισμούς που βασανίζουν τα υποψήφια θύματά τους θάβοντάς τα στην λάσπη, πριν τα καταβροχθίσουν ζωντανά και αμάσητα. Αλλά μερικές πρόσφατες κριτικές που διάβασα, και ειδικά του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου, με έκαναν λίγο πιο επιεική απέναντί τους. Εξακολουθώ να μην τους συμπαθώ, αλλά κάποιες φορές κατανοώ την θέση τους.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να το κάνω αυτό για τον Δημήτρη Δανίκα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση διανοούμενου-κριτικού, ο οποίος έχει ένα κοινό με τον Λαζόπουλο: Πιστεύει ότι μπορεί να κρίνει τα πάντα και να έχει δίκιο σε όλα όσα λέει.

Δεν αμφισβητεί κανείς τις γνώσεις του Δανίκα σε σχέση με τον κινηματογράφο. Προφανώς και έχει σπουδάσει το αντικείμενό του και το ξέρει καλά. Αρκεί αυτό, όμως;

Κατά τη γνώμη μου δεν αρκεί. Η κριτική του ικανότητα παρεμποδίζεται από τις κομμουνιστικές εμμονές του, με βάση τις οποίες καθορίζεται ο βαθμός κάθε ταινίας. Με άλλα λόγια: Χολιγουντιανό blockbuster; Δεν πα’ να πάρει 15 Όσκαρ – πάνω από 5 στα 10 δεν θα πάρει. Λιθουανικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Ακόμα κι αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης του δεν μπορεί να κρατηθεί ξύπνιος σε όλη τη διάρκειά του έργου, ο minimum βαθμός του Δανίκα είναι το 8.

Το πρόβλημα με τον Δανίκα, λοιπόν, είναι ότι δεν είναι αντικειμενικός κριτής. Τα δικά του, εντελώς υποκειμενικά κριτήρια, αφορούν μόνο τον ίδιο και καμιά διακοσαριά ομοϊδεάτες του και οπωσδήποτε όχι τον κόσμο που ενδιαφέρεται να δει μια ωραία ταινία στο σινεμά. Δηλαδή, η κριτική του Δανίκα είναι περισσότερο πολιτική, παρά κινηματογραφική. Και αυτό εμένα, προσωπικά, με ενοχλεί.

Και με ενόχλησε περισσότερο από ποτέ όταν έκανε την (θρυλική, πλέον) κριτική του για τους «300». Στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε εντοπίσει μια εξωφρενική αμερικανική προπαγάνδα σε βάρος του Ιράν σε μία ταινία που αποθεώνει την σπαρτιατική αυτοθυσία του Λεωνίδα και των 300 του και βασίζεται σε ένα κόμικ που βγήκε πολύ πριν από τα σενάρια για εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράν. Η κριτική αυτή ήταν, για μένα, το Βατερλώ του. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται απλά για μια γελοία κριτική, αν δεν ήταν τόσο εκνευριστικά ξερολίστικη και ψευδοεπιστημονική. Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία την έκαναν ενοχλητική.

Τα τελευταία χρόνια, ο Δανίκας απέκτησε και δική του στήλη στα «Νέα», την πρώτη σε πωλήσεις καθημερινή εφημερίδα. Ως τι, άραγε; Μάλλον ως διανοούμενος. Αν και η λέξη αυτή δεν έχει πια τόσο μεγάλη αξία – να φανταστείτε ότι υπάρχουν «διανοούμενοι» που πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτέ. Άμα ήταν έτσι, θα έπρεπε η μισή Ελλάδα να έχει στήλη σε εφημερίδα.

Ίσως γίνομαι υπερβολικά πικρόχολος με έναν άνθρωπο που ούτε καν γνωρίζω. Αλλά διαβάζοντας εδώ και πολλά χρόνια τις γνώμες του (επειδή πάντα στο σπίτι υπήρχαν τα «Νέα»), μπορώ να τον κρίνω επαγγελματικά. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, η οποία είναι να παρουσιάζει τις κινηματογραφικές ταινίες από την δική του οπτική γωνία μεν, με μία στοιχειώδη αντικειμενικότητα δε. Και σε αυτό το δεύτερο μέρος είναι που χάνει τον μπούσουλα, καθώς ο μέσος θεατής του κινηματογράφου δεν ενδιαφέρεται για το (συνήθως ανύπαρκτο) καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό μήνυμα μιας αμερικανικής κωμωδιούλας, αλλά για το αν αυτή η κωμωδία θα πετύχει τον σκοπό της, ο οποίος είναι να προκαλέσει γέλιο. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα και δεν είναι απαραίτητα – ούτε καν χρήσιμα, θα’λεγα.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, αντιπαθώ τον Δημήτρη Δανίκα. Και νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα, αλλά μαζί του – ή μήπως κάνω λάθος;

Advertisements