Ένα από τα πολλά μου μειονεκτήματα είναι ότι δεν μπορώ να αντισταθώ στις προκλήσεις. Πέφτω με τα μούτρα. Ευτυχώς που δε με έχουν προκαλέσει ακόμα να πέσω από κανέναν γκρεμό.
Σκόπευα να ασχοληθώ με κάτι πιο πρωτότυπο σήμερα, μετά από τόσες μέρες αποχής για λόγους ανωτέρας εκπαιδευτικής βίας, αλλά δεν μπορούσα να πω όχι στην πρόκληση του Gog, ο οποίος υποστηρίζει με θέρμη ότι ο Λάκης Λαζόπουλος είναι και γαμώ τους κωμικούς και η εκπομπή του σε κάνει να κυλιέσαι στο πάτωμα από τα γέλια. Επειδή όμως εγώ δεν ανήκω στο 60% της AGB (και όχι των Ελλήνων, προς Θεού!), δεν συμμερίζομαι την άποψή του.

Να ξεκινήσουμε από μία γενική παραδοχή: Ο Λαζόπουλος δεν είναι κανένας ατάλαντος. Όταν έκανε τους «Δέκα Μικρούς Μήτσους», έδωσε μια εντελώς νέα διάσταση στον όρο «σάτιρα». Μια σάτιρα που ως τότε ουσιαστικά υπηρετούσε μόνο ο Χάρρυ Κλυνν, με μεγάλη επιτυχία (πριν κάνει εκείνη την ανεκδιήγητη εκπομπή στον ΑΝΤ1) και ο Τζίμης Πανούσης (αλλά αυτός δεν έφτασε ποτέ στις μάζες – είχε πάντα το στίγμα-ευλογία του alternative). Οι χαρακτήρες των «Μήτσων» ήταν έξυπνοι και καλοδουλεμένοι και η εκπομπή έβγαζε γέλιο. Τουλάχιστον στην αρχή, πριν ξεμείνει από ιδέες ο Λαζόπουλος και ξεφουσκώσει το όλο concept.

Κι ύστερα ήρθε το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ». Στην αρχή κανένας δεν έδωσε σημασία σε αυτήν την εκπομπή, και υπήρχε σοβαρός λόγος: Ο Λαζόπουλος δεν είναι γεννημένος για stand-up comedy, αλλά και το κοινό του δεν ήταν έτοιμο ακόμα για την stand-up comedy. Πρόκειται για το πιο δύσκολο είδος κωμωδίας, ένα είδος που συνδυάζει υποκριτικό ταλέντο, ετοιμολογία και ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Γι’αυτό και δεν ευδοκιμεί στην Ελλάδα, επειδή πολύ λίγοι μπορούν να το εξασκήσουν με επιτυχία. Κατά τη γνώμη μου, μόνο ο Τζίμης Πανούσης έχει πετύχει το maximum σε αυτόν τον τομέα.

Η εκπομπή πήγαινε άκλαφτη, την έβλεπε μόνο η μάνα του και δυο ξαδέρφια του από τη Λάρισα. Άρχισε να κατηγορεί την AGB ότι του κλέβει νούμερα, σαν τον κακό μαθητή που λέει ψέματα στη μάνα του ότι τον έχει βάλει στο μάτι η δασκάλα, γι’ αυτό δεν παίρνει καλούς βαθμούς στον έλεγχο. Και να ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα για κάποιον που ασχολείται με κάθε είδους τέχνη: Δεν αποδέχεται την ήττα του και ψάχνει φταίχτες.

Ξαφνικά, ο Λαζόπουλος απέκτησε φανατικό κοινό. Έφτασε να κάνει 60% κάθε Τρίτη, αποθεώνοντας την ίδια AGB που κατακεραύνωνε έναν χρόνο πριν. Τι άλλαξε σε αυτόν τον ένα χρόνο; Έγινε πιο αστείος ο Λαζόπουλος; Όποιος το πιστεύει σοβαρά αυτό πρέπει να κοιταχτεί σε γιατρό. Η γνώμη μου είναι ότι σε αυτόν τον ένα χρόνο άλλαξαν τα εξής:

– Ο Λαζόπουλος έκανε μερικές «εμπορικές» κόντρες με πρόσωπα της ελληνικής showbiz (π.χ. Αρναούτογλου, Καρβέλα, γενικά οτιδήποτε ανήκει στον χώρο του mainstream και του trash), με αποτέλεσμα να γίνει πρώτο θέμα σε εκπομπές τύπου Λαμπίρη, καθώς και στο δελτίο ειδήσεων του Star, αποσπώντας την προσοχή της μέσης νοικοκυράς, η οποία ψοφάει για τηλεοπτικούς καβγάδες. Έτσι, απέκτησε την μεγάλη πλειοψηφία του τηλεοπτικού κοινού, που υπό κανονικές συνθήκες βρίσκει βαρετή την stand-up comedy: Τις χαζοβιόλες.

– Στις δημόσιες αυτές διαφωνίες του (που θα ήταν ιδιωτικές αν δεν πουλούσαν τόσο, μα ΤΟΣΟ πολύ) ο Λαζόπουλος επιστράτευσε το όπλο που θεωρεί καλύτερο: την εμπάθεια. Κόλλησε στον τοίχο συγκεκριμένα πρόσωπα και «βγήκε από πάνω», αφιερώνοντας ακόμα και εκπομπές ολόκληρες σε αυτά τα πρόσωπα. Αν αυτό εσείς το λέτε «σάτιρα», εγώ το λέω «αηδία». Ακόμα κι αν όντως είχε δίκιο στις αντιπαραθέσεις του, αυτός δεν είναι ούτε ο τίμιος, ούτε ο «αστείος» τρόπος να το κερδίσει.

– Ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή μιας άλλης εκπομπής (φυσικά αναφέρομαι στο ΟΛΑ του Θέμου Αναστασιάδη, ανεξάρτητα από την γνώμη μου γι’αυτό), προσέθεσε στο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» βίντεο από άλλες εκπομπές, τα οποία σχολιάζει με καυστικό τρόπο. Δεν λέω ότι δεν βγάζει γέλιο, αλλά λέω ότι δεν είναι πρωτότυπη ιδέα και ότι θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε, ακόμα και αν δεν είχε το ίδιο ταλέντο.

– Φυσικά, κάποια από τα βίντεο (και εσχάτως τα περισσότερα από αυτά) προέρχονται από τον χώρο του trash, που είναι εξαιρετικά δημοφιλής στις μέρες μας στο ανεγκέφαλο (στην πλειοψηφία του) κοινό που παρακολουθεί ακόμα τηλεόραση. Μόνο που όποιος ανακατεύεται με τα σκουπίδια, τον τρώει το σκουπιδιάρικο.

– Επίσης, η κριτική του για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Σε μία από τις πιο βαρετές προεκλογικές περιόδους όλων των εποχών, η σάτιρα του Λαζόπουλου έμοιαζε με φακό μπαταρίας σε διακοπή ρεύματος: Αν και όχι αρκετά δυνατή, ωστόσο η μόνη πηγή φωτός στο σκοτάδι. Ο μόνος λόγος που έκανε τόση επιτυχία ο Λαζόπουλος εκείνη την περίοδο, κατά την άποψή μου, είναι επειδή δεν βρέθηκε κανένας (μα κανένας!) άλλος να κάνει το ίδιο.

– Εν πάση περιπτώσει, το χιούμορ, η αισθητική και το στυλ της εκπομπής του Λαζόπουλου δεν δικαιολογούν τη μαζική υστερία στο πρόσωπό του. Όπως επίσης δεν θα έπρεπε να δικαιολογείται η τρομακτική αλαζονεία του Λαζόπουλου, που πηγάζει ακριβώς από αυτήν την υστερία. Ακόμα και όταν όλη η Ελλάδα έβλεπε τους «Δέκα Μικρούς Μήτσους» και ταυτιζόταν με τους χαρακτήρες της, ο Λαζόπουλος δεν φαινόταν ως άμεσος εκπρόσωπος του λαού, που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλα τα βάσανα του κόσμου. Ο κωμικός είναι απλώς ένας κωμικός και όχι ο Μεσσίας, όπως νομίζει τόσο ο ίδιος, όσο και οι φανατικοί του οπαδοί. Και αν αναρωτιέστε πού εντοπίζω αυτήν την αλαζονεία, δεν την βγάζω από το μυαλό μου: Είναι διάχυτη σε κάθε «δραματικό» μονόλογο που εκφωνεί κάθε φορά που ξεμένει από αστεία για να γεμίσει το δίωρο που κρατάει πλέον η εκπομπή του…

– Και φυσικά δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστα τα μουσικά κομμάτια που εκτελεί (κυριολεκτικά και με συνοπτικές διαδικασίες) με στίχους που ούτε ο Καρβέλας δεν θα καταδεχόταν να βάλει στα τραγούδια του. Είναι μακράν το πιο γελοίο μέρος της εκπομπής – και δυστυχώς, κρατάει πολύ.
Ανακεφαλαιώνοντας, δεν διαφωνώ ότι ο Λαζόπουλος έχει ταλέντο. Δεν διαφωνώ ότι έχει κάνει επιτυχίες στο παρελθόν και κάνει κι άλλη μία τώρα. Αλλά διαφωνώ κάθετα στην αισθητική και το στυλ που πρεσβεύει αυτή η εκπομπή και επομένως θεωρώ όλη αυτή την υστερία εντελώς αβάσιμη. Το «Παρά 5», για παράδειγμα, την πρώτη χρονιά ήταν όντως μια σειρά με πολύ καλό σενάριο, ατάκες και ηθοποιούς και δικαίως είχε επιτυχία. Η δεύτερη χρονιά ήταν πολύ κατώτερη και δεν δικαιολογούσε την ίδια επιτυχία – αν δεν υπήρχε ο πρώτος κύκλος, ο δεύτερος δεν θα πήγαινε το ίδιο καλά. Έτσι και με τον Λαζόπουλο: Δεν δικαιολογείται αυτός ο χαμός γύρω από το πρόσωπό του.

Φυσικά, δέχομαι αντιρρήσεις, διαφωνίες, μπινελίκια και (αν αυτό το post το δουν πολλοί) θα δέχομαι και απειλητικά τηλεφωνήματα. Για ακόμα μια φορά συγκρούομαι με τη μάζα. Είναι πιο επικίνδυνο και πιο μοναχικό, αλλά έχει κι αυτό την πλάκα του…
Υ.Γ.: Το επόμενο σχόλιο θα είναι το χιλιοστό μου, σύμφωνα με τον μετρητή μου…Ποιος θα έχει την τιμή; 😛

Advertisements