(Η θεωρία που ακολουθεί είναι δική μου, κατάδική μου, ολόδική μου. Οποιαδήποτε ομοιότητα με άλλες θεωρίες είναι εντελώς συμπτωματική και όποιος το πει αυτό είναι ένα κακόβουλο φίδι που επιβουλεύεται εμένα, το blog μου και τις καταθέσεις μου σε ελβετικές τράπεζες. Η θεωρία αυτή προστατεύεται από τον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων, τον νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τον νόμο των πιθανοτήτων. Ωστόσο, όποιος την αντιγράψει χωρίς την συναίνεση του συγγραφέα (!!!), ακόμα και αν συλληφθεί, πιθανότατα θα απαλλαγεί λόγω ευήθειας, κοινώς βλακείας. Αυτό το τελευταίο δεν έπρεπε να το γράψω, αλλά φταίει που είμαι ειλικρινής άνθρωπος – και αφόρητα κυνικός. Και αφόρητα φαφλατάς – προχωρήστε παρακάτω, παρακαλώ.)

Για οποιονδήποτε προσπαθεί να γράψει ή να πει κάτι αστείο, όλα ανεξαιρέτως τα γεγονότα (και κατ’επέκταση οι καταστάσεις και τα πρόσωπα) χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία είναι αυτή των «απολύτως αστείων» γεγονότων. Αυτά βγάζουν γέλιο από μόνα τους και δεν χρειάζεται ο (νομίζει) χιουμορίστας να κουραστεί για να τα χρησιμοποιήσει και να προκαλέσει γέλιο. Είναι βολικά, αλλά έχουν μηδενικό βαθμό δυσκολίας, άρα και πρόκλησης. Για παράδειγμα, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι εξ ορισμού μια αστείρευτη πηγή γέλιου – αλλά είναι τόσο εύκολο να πεις ένα αστείο γι’αυτόν, που νιώθεις σαν να κλέβεις τηγανητές πατάτες από το πιάτο μιας ανορεξικής. Τόσο εύκολο που μπορεί να το κάνει και ο τελευταίος κρετίνος – και επομένως και ο εν λόγω χιουμορίστας.
Στον αντίποδα βρίσκεται η κατηγορία των «απολύτως τραγικών» γεγονότων. Αυτά είναι ακόμα χειρότερα για τον επίδοξο χιουμορίστα, καθώς είναι σχεδόν αδύνατο να κάνεις χιούμορ μαζί τους και, ακόμα κι αν έχεις την διάθεση να το επιχειρήσεις, κανείς δεν έχει την διάθεση να σε ακούσει να το κάνεις, καθώς θεωρείσαι αναίσθητος, γραφικός, βλάσφημος κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ασθένεια του Χριστόδουλου. Ενώ μέχρι πριν μερικούς μήνες όλοι τον τάραζαν στο δούλεμα, τώρα κανείς (σχεδόν) δεν τολμά να κάνει χιούμορ μαζί του – και όποιος το επιχειρεί λοιδωρείται. Κρίμα, γιατί ανήκε κι αυτός στην πρώτη κατηγορία ανθρώπων, μαζί με τον Γιωργάκη, την Ρούλα Βροχοπούλου και τη Μάρα Ζαχαρέα.
Και ερχόμαστε στην τρίτη κατηγορία, αυτή των «μικτών» γεγονότων. Αυτά είναι κατά βάση τραγικά, αλλά βγάζουν κάτι τόσο αστείο που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Ή μάλλον μπορείς να το αγνοήσεις, αλλά θα χάσεις μια πολύ καλή ευκαιρία να βγάλεις γέλιο από εκεί που δεν το περιμένεις, δηλαδή από μία κατά βάση τραγική ιστορία. Και αν θες πραγματικά να κάνεις χιούμορ, πρέπει να εκμεταλλεύεσαι τέτοιες ευκαιρίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό που έλεγε ο Μελ Μπρουκς: «Τραγωδία είναι όταν έκοψα το δάχτυλό μου. Κωμωδία είναι ένας τύπος που πέφτει στον υπόνομο και σκοτώνεται». Φυσικά και είναι τραγικό το γεγονός ότι ο τύπος σκοτώθηκε – αλλά δεν μπορεί να σε αφήνει αδιάφορο ο πρωτότυπος και εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο σκοτώθηκε.

(εδώ τελειώνει η θεωρία. Μπορείτε να ζητήσετε τα λεφτά σας πίσω από το ταμείο, που βρίσκεται στην τρίτη πόρτα δεξιά όπως κοιτάμε από τις γυναικείες τουαλέτες του 4ου ορόφου, απέναντι από το φουαγιέ. Επίσης, μπορείτε να ζητήσετε το γιαούρτωμα ή την εκτέλεσή μου, με σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας.)

Η ιστορία που ακολουθεί ανήκει στην τρίτη κατηγορία. Και όπως και οι περισσότερες (αν όχι όλες οι) ιστορίες που διηγούμαι, έτσι κι αυτή αρχίζει εντελώς ξεκάρφωτα: Με μία βόλτα στην Αθήνα.
Έχοντας αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου, ξεκίνησα από την Πλατεία Μαβίλη με σκοπό να γυρίσω όλη την Αθήνα, να βγάλω μερικές φωτογραφίες και, κυρίως, να σκοτώσω τον χρόνο μου, φροντίζοντας να το κάνω να φανεί σαν ατύχημα. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες: Βγήκα στο γήπεδο της Λεωφόρου, περπάτησα την Λεωφόρο Αλεξάνδρας, μπήκα λίγο στου Γκύζη και κατέληξα (πάλι!) στα Εξάρχεια, την πρώτη μου γειτονιά. Είδα πάλι το πρώτο μου σπίτι, το ζαχαροπλαστείο και το σουβλατζίδικο που με μεγάλωσαν, το πάρκο που έκανα ποδήλατο – διάφορα τέτοια αδιάφορα. Και τότε μου ήρθε μια ιδέα: Να πάω στον λόφο του Στρέφη, που είχα να τον δω από τότε που ο Μητσοτάκης ήταν πρωθυπουργός – και για να είμαι ειλικρινής, κανένας από τους δύο δεν μου είχε λείψει ιδιαίτερα. Αλλά δεν είμαι από εκείνους τους σοβαρούς τύπους που όλα τα επεξεργάζονται και τα εκλογικεύουν και χρειάζονται 3 ώρες για να σου απαντήσουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι 2 και 2 κάνει 4, και δεν αντιστάθηκα στην ιδέα μου.
Τελικά δεν ήταν και πολύ κακή ιδέα: Τα γκραφίτι γύρω από τον λόφο είναι αρκετά ενδιαφέροντα, όπως και τα συνθήματα των αναρχικών. Γέμισα φωτογραφίες. Και μιας και βρέθηκα εκεί, είπα να περάσω και μέσα από το αλσάκι, να δω αν θα θυμηθώ τίποτα. Φυσικά, το να περιμένεις από έναν άνθρωπο που μετά βίας θυμάται πώς λένε την σχολή που έχει τελειώσει να θυμάται ένα άλσος που έχει να δει 15 χρόνια είναι εντελώς μάταιο. Και φυσικά χάθηκα. Αλλά δε με ενοχλούσε και τόσο, περνούσα μια χαρά. Όμως δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα συνέβαινε στη συνέχεια…

(εννοείται πως δεν περιμένετε να διαβάσετε ότι με απήγαγαν εξωγήινοι ή ότι εμφανίστηκε σαν όραμα ο Χριστός και μου είπε να φυτέψω μαριχουάνα στο μπαλκόνι μου γιατί είναι επικερδής επένδυση – αλλά πώς να διατηρήσεις το σασπένς όταν γράφεις για κάτι τόσο κοινότυπο;)

Καθώς προχωρούσα προς την πλευρά της Ζωοδόχου Πηγής, άκουσα γαβγίσματα. Δεν έδωσα σημασία. Αμέσως μετά, είδα δύο μεγάλα σκυλιά να έρχονται προς το μέρος μου γαβγίζοντας. Και πάλι δεν έδωσα σημασία. Βλέπετε, έχω αναπτύξει και μία θεωρία σχετική με τα ζώα: αν δεν τα πειράξεις, δεν σε πειράζουν.

(αυτή η θεωρία δεν υπόκειται πλέον σε copyright και θα καταλάβετε σύντομα γιατί)

Συνέχισα ακάθεκτος την πορεία μου, ενώ τα σκυλιά όλο και με πλησίαζαν. Η απάθειά μου ήταν εντυπωσιακή, ακόμα και για μένα. Και παρέμεινε εντυπωσιακή ακόμα και όταν το ένα από αυτά με δάγκωσε στο χέρι. «Εντάξει, με δάγκωσε, πήρε την τζούρα του και τώρα θα φύγει», σκέφτηκα. Αλλά έπεσα σε αιμοβόρο θηρίο, το οποίο δεν αρκέστηκε στο χέρι μου, αλλά επιτέθηκε και στο αριστερό μου κωλομέρι. Αυτό το γεγονός αφενός προκάλεσε την άμεση αντίδραση του δεξιού κωλομερίου, που ένιωσε βαθύτατα προσβεβλημένο από την περιφρόνηση του κτήνους, και αφετέρου έθεσε σε λειτουργία έναν μηχανισμό που (κακώς) προηγουμένως είχα αφυπνίσει: αυτόν τον μηχανισμό που λέει «run, φλώρεst, run!». Κοινώς, το έβαλα στα πόδια.

Το τέρας με ακολούθησε για λίγο (πρέπει να σημειώσω ότι το δεύτερο σκυλί δεν συμμετείχε στο φαγοπότι) και μετά βαρέθηκε, εν μέρει χάρη και στο μεγαλοπρεπέστατο «ΞΞΞΞΞΞΞΞΞΞΞΞΞΤ» που του απηύθυνα όσο πιο ευγενικά μπορούσα. Αν ακόμα δεν έχετε γελάσει έστω και λίγο, πραγματικά θα έπρεπε να είστε μπροστά εκείνη την ώρα: Εγώ να τρέχω πανικόβλητος, να κοιτάζω κάθε 2 δευτερόλεπτα μήπως το τέρας άλλαξε γνώμη, να καταριέμαι την πουτάνα την φύση που έδωσε δύο πόδια σε μένα και τέσσερα στον σκύλο και, στο κωμικό αποκορύφωμα αυτής της τραγικής στιγμής, να έχω χαθεί και να μην βρίσκω τρόπο διαφυγής, πλην του μονοπατιού το οποίο με οδήγησε μέχρι εκεί, και το οποίο περνούσε μέσα από τα δόντια του αντιπαθούς ξεπεσμένου απογόνου των λύκων. Οι Monty Python θα πλήρωναν εκατομμύρια για αυτήν την ιδέα – και θα άξιζε μέχρι και την τελευταία δεκάρα.
Τέλος πάντων, όπως θα καταλάβατε η δράση τελείωσε. Το χάπι εντ της χολιγουντιανής μου υπερπαραγωγής ολοκληρώνεται με τον κατατρεγμένο ήρωα να ανακαλύπτει τυχαία ένα μονοπάτι, να βγαίνει από το μαγεμένο δάσος και να συνεχίζει την βόλτα του στα στενά του Λος Άντζελες. Ή μήπως δεν βρίσκομαι στο Χόλιγουντ;

Το τέρας μου είχε προκαλέσει μια πολύ μικρή γρατζουνιά στο χέρι. Στο κωλομέρι ήταν πρακτικώς αδύνατο εκείνη την ώρα να δω τι μου είχε κάνει, για προφανείς λόγους. Στο φαρμακείο που με έσυραν με το ζόρι μετά από 2 ώρες, ο φαρμακοποιός με διαβεβαίωσε ότι κατά 80% δεν θα πάθαινα τίποτα, αλλά υπήρχε και μία πιθανότητα να χρειαστώ αντιτετανικό εμβόλιο. Αυτή είναι μία μάλλον δυσοίωνη προοπτική για κάποιον που φοβάται τις ενέσεις περισσότερο και από τη ραδιενέργεια, αλλά η γρατζουνιά ήταν τόσο μικρή, που αν δεν είχε κοκκινίσει δεν θα φαινόταν, και αυτό με καθησύχασε. Μέχρι που είδα το βράδυ το κωλομέρι μου στον καθρέφτη. Και φαινόταν λες και με είχε δαγκώσει κροκόδειλος. Αύριο το πρωί θα ξέρω αν υπάρχει πρόβλημα – όπως και να’χει, αν δε σας ξαναδώ να ξέρετε ότι χάρηκα πολύ που σας γνώρισα, η τελευταία μου επιθυμία είναι να σκορπίσετε τις στάχτες μου στο κεφάλι κάποιου πολιτικού ή θρησκευτικού ηγέτη της αρεσκείας σας και ΟΧΙ, δεν σας αφήνω στη διαθήκη μου το laptop μου.
Κλείνοντας αυτό το κείμενο, θέλω να ζητήσω συγνώμη για την ταλαιπωρία. Δεν ήθελα να σας αναγκάσω να διαβάσετε όλο αυτό το σεντόνι, αλλά κάπου πρέπει να ξεσπάσω κι εγώ. Και, αφού δεν μπορώ να ξαναπάω στο λόφο του Στρέφη και να πνίξω το σκατόμυαλο κτήνος, ξεσπάω πάνω σας. Ευχαριστώ και ξανά συγνώμη.

Υ.Γ.: Κανένα ζώο δεν υπέφερε πριν ή κατά τη διάρκεια της συγγραφής του post.
Υ.Γ.2: Με εξαίρεση το ζώο που γράφει το post.
Υ.Γ.3: Λατρεύω τον αυτοσαρκασμό! Ειδικά όταν έχω τόσο υλικό να χρησιμοποιήσω!
Υ.Γ.4: Επίσης, λατρεύω τις γάτες – και ειδικά σήμερα τις λατρεύω ακόμα περισσότερο!
Υ.Γ.5: Ωστόσο, ακόμα μισώ τα υστερόγραφα.

Advertisements