Πώς να μιλήσεις σε έναν νεκρό σκαντζόχοιρο για λουκουμάδες

Ο τίτλος αυτού του post δεν έχει την παραμικρή σχέση με το κείμενο που ακολουθεί. Το θέμα του κειμένου μου είναι όλα αυτά που έχω μάθει στον ένα και κάτι χρόνο που ασχολούμαι με το blogging. Και ο τίτλος αυτός εκφράζει απόλυτα το πρώτο μου μάθημα: Ένας πρωτότυπος τίτλος μπορεί να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη σε ένα κείμενο που υπό κανονικές συνθήκες ενδεχομένως να μη διάβαζε κανείς.

Ωστόσο, έμαθα και κάτι άλλο: Δεν αρκεί να τραβήξεις την προσοχή του αναγνώστη. Ακόμα κι αν βρεις έναν τίτλο που θα τον προσελκύσει, πρέπει το κείμενο που ακολουθεί να τον αγγίξει, να τον προβληματίσει, να του προσφέρει κάτι, τέλος πάντων. Ένα κείμενο κενό περιεχομένου, ακόμα κι αν φτάσει τα 800 hits, δεν παύει να είναι κενό περιεχομένου. Και όσοι το διαβάζουν, το αντιλαμβάνονται αυτό και δεν επιστρέφουν στο επόμενο post. Σκοπός πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου, η δημιουργία μιας σταθερής σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον blogger και τον αναγνώστη του και όχι η επιστράτευση κειμένων-πυροτεχνημάτων, που εκτοξεύουν στιγμιαία τη δημοτικότητα (και ικανοποιούν τη ματαιοδοξία) του πρώτου, αλλά δεν εξασφαλίζουν την επιστροφή του δεύτερου.

Επίσης, έμαθα τις δυσκολίες διαφόρων ειδών γραπτού λόγου. Ξεκίνησα με κείμενα προβληματισμού, πειραματίστηκα με δοκίμια και λογοτεχνικές αναζητήσεις και κατέληξα στο πιο δύσκολο από όλα τα είδη: το χιουμοριστικό κείμενο. Και πιστεύω ότι είναι το πιο δύσκολο, γιατί όλα τα άλλα βγαίνουν λίγο-πολύ αυθόρμητα. Τρως μια χυλόπιτα και γράφεις ένα δακρύβρεχτο post για την θλίψη σου. Ακούς μία άποψη στην τηλεόραση και γράφεις ένα δοκίμιο ή ένα κείμενο γνώμης, συμφωνώντας ή διαφωνώντας. Αλλά το να προσπαθήσεις να κάνεις τους άλλους να χαμογελάσουν, αυτό είναι πραγματικά δύσκολο. Ειδικά όταν ξέρεις ότι οι άλλοι περιμένουν από σένα να τους κάνεις να χαμογελάσουν και νιώθεις την πίεση του να γράψεις κάτι αστείο. Ειδικά όταν νιώθεις απαίσια αλλά δεν θέλεις να μεταφέρεις την πίκρα σου σε όλους τους άλλους. Και ειδικά όταν συνειδητοποιείς ότι ένα αστείο κείμενο πολύ δύσκολα βγαίνει αυθόρμητα – αντίθετα, θέλει υπερβολικά πολλή σκέψη. Μπορεί να χρειαστείς μισή ώρα για να βρεις μία και μόνη ατάκα – αλλά θα ξέρεις ότι τελικά άξιζε τον κόπο όταν δεις ότι όλοι σχολιάζουν αυτήν ακριβώς αυτήν την ατάκα.

Κάτι άλλο που έμαθα: Είναι απολύτως αδύνατο να προβλέψεις από πριν τι ανταπόκριση θα έχει ένα κείμενο. Υπήρχαν κείμενα για τα οποία σκέφτηκα ότι θα ξεσήκωναν θύελλα αντιδράσεων και συζητήσεις επί συζητήσεων – και τελικά δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί τους. Επίσης, υπήρξαν κείμενα που θεωρούσα μέτρια και σχεδόν ντρεπόμουν που είχα δημοσιεύσει – αλλά αποδείχθηκαν εξαιρετικά δημοφιλή, κόντρα σε κάθε λογικό κανόνα. Γι’αυτό και έχω πάψει πια να κάνω τέτοιες προβλέψεις.

Αλλά τελικά, ίσως αυτό που μένει περισσότερο από οτιδήποτε σε αυτούς τους 13 μήνες, είναι ότι όποιος πάρει τον εαυτό του σοβαρά στην blogόσφαιρα χάνει. Οι πιο ενδιαφέροντες (για μένα) bloggers είναι αυτοί που γράφουν για την πλάκα τους, χωρίς να τους απασχολεί πόσοι τους διαβάζουν ή πόσα σχόλια έχουν. Περισσότερη σημασία έχει η ποιότητα (του κειμένου), παρά η ποσότητα (των αναγνωστών), ακόμα κι αν αυτή η ποιότητα δεν αναγνωρίζεται. Αυτό που με ικανοποιεί εμένα είναι να γράφω πρώτα για μένα και μετά για όλους τους άλλους. Φυσικά, η αναγνώριση των άλλων μου δίνει ώθηση και όρεξη να συνεχίσω – ειδικά όταν αυτοί οι «άλλοι» είναι bloggers που διαβάζω και νιώθω πως η γνώμη τους έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Και πιστεύω πως έτσι θα’πρεπε να είναι.
Και μέσα από αυτό το κείμενο έκανα πάλι την πλάκα μου. Δεν θα μιλήσω ποτέ σε έναν νεκρό σκαντζόχοιρο για λουκουμάδες ή σε έναν νεκρό λαγό για τέχνη – ή ίσως και να το κάνω κάποτε, αν αυτό θελήσω. Γιατί στα blogs έμαθα και κάτι ακόμα: Ότι στον δικό μου χώρο επιρροής, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, χωρίς περιορισμούς. Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω.

Τελειώνοντας, ένα μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες: Bloggers του κόσμου, απελευθερωθείτε!

Advertisements