Έχω συνηθίσει να διαφωνώ με την Mei Generis στο Casus Belli (link δίπλα) για διάφορα πιθανά και απίθανα θέματα, όμως κάποιες από τις καλύτερες και πιο εποικοδομητικές διαφωνίες γεννιούνται εντελώς απρόσμενα και με εντελώς απρόβλεπτα θέματα. Αυτό συνέβη σήμερα το βράδυ με τον Gog (επίσης link δίπλα, ακριβώς από κάτω).
Όλα έδειχναν ότι θα ήταν ακόμα ένα ήρεμο βράδυ στο MSN. Θα λέγαμε για τις θρυλικές επιτυχίες της Ελσίνκι, της Κόζιτσε, της Χέλσινγκμποργκ και της Βασιλείας στο Champions League, θα σχολιάζαμε τα σημερινά παιχνίδια, θα κάναμε προβλέψεις για το πόσα γκολ θα φάει ο Ολυμπιακός στη Μαδρίτη κλπ. Αλλά αυτή τη φορά τέθηκε ένα άλλο ζήτημα: Μήπως τελικά το ποδόσφαιρο δεν είναι ο βασιλιάς των σπορ; Και, ακόμα κι αν είναι, μήπως είναι ένας «κίβδηλος» βασιλιάς, ένας βασιλιάς που ανέβηκε στην εξουσία μόνο χάρη σε εξωτερικούς παράγοντες και συγκυρίες και όχι χάρη στα δικά του χαρίσματα και προτερήματα;
Αφορμή για αυτήν την συζήτηση ήταν η παρατήρησή μου ότι υπάρχουν λαοί που δεν παίζουν ποδόσφαιρο. Οι Ινδοί και οι Πακιστανοί λατρεύουν το κρίκετ, αλλά δεν σκαμπάζουν από ποδόσφαιρο. Οι Καναδοί είναι άσοι στο χόκεϊ επί πάγου, αλλά δεν τους συγκινεί η ασπρόμαυρη μπάλα. Οι Αμερικανοί παίζουν σχεδόν όλα τα αθλήματα εκτός από το ποδόσφαιρο. Οι Κινέζοι, πια, δεν ξέρουν καν τι σχήμα έχει η μπάλα του ποδοσφαίρου. Επομένως, πώς μπορεί κανείς να πει ότι το ποδόσφαιρο είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των σπορ; Και δεν μιλάμε για μικρές χώρες – Κινέζοι, Αμερικανοί και Ινδοί από μόνοι τους αποτελούν το μισό πληθυσμό του πλανήτη!
Η απάντηση του Gog ήταν ότι δεν υπάρχει χώρα στην οποία να μην παίζεται ποδόσφαιρο. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι υπάρχουν χώρες των οποίων οι κάτοικοι προτιμούν να παίζουν τα «εθνικά τους αθλήματα», όμως παίζουν και ποδόσφαιρο. Και η τεκμηρίωσή του ήταν ότι όλες (μα όλες) οι χώρες, ακόμα και κάποιες που δεν είναι καν αυτόνομες διοικητικά, έχουν δική τους ομοσπονδία ποδοσφαίρου.
Φυσικά, αυτό ισχύει – μαζί το είχαμε ψάξει και είχαμε βρει ότι και οι πιο απίθανες χώρες έχουν μια επίσημη ομοσπονδία ποδοσφαίρου. Αλλά αρκεί αυτό; Παντού θα βρεθούν 11 τρελοί να φτιάξουν μια ομάδα ποδοσφαίρου, ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη – αυτό σημαίνει ότι εκεί πέρα παίζουν ποδόσφαιρο; Και στην Ελλάδα υπάρχει Ελληνική Ομοσπονδία Μπέιζμπολ – μπορεί κανείς να υποστηρίξει σοβαρά ότι στην Ελλάδα παίζουμε μπέιζμπολ;
Εξάλλου, το ποδόσφαιρο δεν έχει μόνο φίλους, αλλά και εχθρούς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι το ποδόσφαιρο είναι αργό και βαρετό. Γι’αυτό και του γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη και στρέφονται σε πιο ενδιαφέροντα (γι’αυτούς) αθλήματα, όπως το χόκεϊ και το American football. Οι Αυστραλοί έχουν ένα δικό τους είδος ποδοσφαίρου με διαφορετικούς κανόνες και το προτιμούν από το «δικό μας» ποδόσφαιρο. Οι Ασιάτες ενθουσιάζονται από άλλα αθλήματα, αλλά όχι από το ποδόσφαιρο. Επομένως, ο «βασιλιάς των σπορ» δεν χαίρει της αποδοχής όλων των υπηκόων του. Αλλά στο κάτω-κάτω της γραφής βασιλιάς είναι, όχι πρωθυπουργός, άρα δεν την έχει ανάγκη.
Και μετά τίθεται ένα άλλο θέμα: Γιατί το ποδόσφαιρο είναι πιο δημοφιλές από το μπάσκετ, ένα άθλημα που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτό; Και στο μπάσκετ υπάρχουν δυνατές μονομαχίες, έντονες συγκινήσεις, πολλές εναλλαγές συναισθημάτων και ένα πρωτόγονο ανθρώπινο ένστικτο: να πετύχεις έναν στόχο. Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο αθλημάτων, που καθιστά το ποδόσφαιρο «βασιλιά» και το μπάσκετ «αυλικό»;
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί σε εξωτερικά αίτια και όχι στην ίδια τη φύση των δύο αθλημάτων. Το ποδόσφαιρο έφτασε σε τέτοια επίπεδα παγκόσμιας αναγνώρισης για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, επειδή συσπείρωσε γύρω του την εργατική και την κατώτερη αστική τάξη και εξαπλώθηκε ραγδαία παντού, όχι τόσο ως άθλημα, αλλά ως κοινωνική έκφραση, ως μία μορφή επανάστασης. Δηλαδή, έγινε μία πρώιμη μορφή marketing του ποδοσφαίρου, που το συνέδεσε με τα πολυπληθέστερα και ισχυρότερα κοινωνικά στρώματα της εποχής, τα οποία ταυτίστηκαν μαζί του. Και δεύτερον, επειδή προωθήθηκε από τα Μέσα, και ιδιαίτερα από την τηλεόραση, ως το κορυφαίο άθλημα όλων, με αποτέλεσμα η φήμη του να φτάσει ακόμα και σε μέρη που χρησιμοποιούσαν μπάλες μόνο για να στολίζουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα τους. Αντίθετα, με το μπάσκετ αυτό δεν συνέβη ποτέ: Συνδέθηκε με τους μαύρους σε μία περίοδο όπου οι φυλετικές διακρίσεις ήταν στο ζενίθ τους, με αποτέλεσμα να μην κερδίσει την αποδοχή των μαζών. Γι’αυτόν τον λόγο και η τηλεόραση στράφηκε προς το ποδόσφαιρο, ένα άθλημα που ήδη ήταν δημοφιλές – και αυτό που κατάφερε ήταν να το παγκοσμιοποιήσει.
Και η (καθαρά υποθετική, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα) απορία μου είναι η εξής: Αν το μπάσκετ είχε επινοηθεί σε ένα αγγλικό πανεπιστήμιο το 1860 και το ποδόσφαιρο σε ένα αμερικάνικο σχολείο το 1892, ποιο από τα δύο αθλήματα θα ήταν πιο δημοφιλές σήμερα; Θα είχε το μπάσκετ την πορεία που σήμερα έχει το ποδόσφαιρο ή τελικά το ποδόσφαιρο είναι τόσο φοβερό σπορ που, ακόμα κι αν καθυστερούσε 40 χρόνια να εμφανιστεί στην Ευρώπη, θα κατακτούσε τελικά τον κόσμο; Αν ισχύει το δεύτερο, τότε δεν τίθεται το παραμικρό ζήτημα: Το ποδόσφαιρο είναι ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς των σπορ. Μήπως, όμως, ισχύει το πρώτο; Μήπως το ποδόσφαιρο έγινε βασιλιάς μόνο και μόνο χάρη στις συγκυρίες της εποχής;
Η γνώμη μου είναι αυτή, ότι δηλαδή η επικράτηση του ποδοσφαίρου είναι καθαρά θέμα timing και δεν έχει σχέση με την φύση του αθλήματος, την ιστορία του ή τους κανόνες του. Και είναι εντυπωσιακό σαν σκέψη: Ένα προϊόν που δεν είναι καλύτερο ποιοτικά από κάποιο άλλο, γίνεται κυρίαρχο στην αγορά επειδή έχει καλύτερες διασυνδέσεις…
Επομένως, ο βασιλιάς είναι γυμνός. Ανήλθε στην εξουσία πραξικοπηματικά, όχι επειδή ήταν ικανότερος από τους υπόλοιπους, αλλά επειδή έτυχε να τον ευνοούν οι συγκυρίες. Και παραμένει ακόμα και σήμερα στον θρόνο του, γιατί όλοι πια έχουν συνηθίσει στην ιδέα ότι αυτός είναι ο ένας και μοναδικός βασιλιάς και δεν υπάρχουν αντικαταστάτες του…
Φυσικά, ο Gog δεν συμφωνεί – δεν περίμενα να συμφωνήσει. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα ούτε εγώ ότι κάποτε θα υποστήριζα τέτοιες απόψεις. Προσωπικά μου αρέσει πολύ περισσότερο το ποδόσφαιρο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα – αυτό όμως δεν σημαίνει ότι του αξίζει να έχει τέτοια διαφορά από το μπάσκετ, το βόλεϊ, το τένις, δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο σπορ. Βλέποντας εντελώς αντικειμενικά το θέμα και παίζοντας τον δικηγόρο του Διαβόλου, ανακάλυψα μια άποψη που ούτε καν ήξερα πως είχα. Μέσα από τις διαφωνίες και τις διεξοδικές συζητήσεις γνωρίζεις καλύτερα τον ίδιο τον εαυτό σου. Να γιατί επιμένω ότι λατρεύω να διαφωνώ με τους άλλους – και να γιατί χαμογελάω με νόημα όταν με κοιτάζουν με δυσπιστία…

Υ.Γ.: Ζητώ συγνώμη αν το κείμενο αυτό σας φαίνεται βαρετό, αδιάφορο ή υπερβολικά μεγάλο – στην πραγματικότητα δεν σκόπευα να γράψω κείμενο σήμερα, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό, ακόμα κι αν το διαβάσω τελικά μόνο εγώ και ο Gog…
Υ.Γ.2: Τώρα που το ξανασκέφτομαι, σιγά μην σας ζητήσω και συγνώμη – δικό μου είναι το blog, ό,τι θέλω γράφω!
Υ.Γ.3: Από την άλλη, βέβαια, άμα σκέφτομαι έτσι δεν θα με διαβάζει κανείς και θα το κλείσω το μαγαζί. Οπότε, ζητώ ταπεινά συγνώμη και υπόσχομαι να μην το ξανακάνω.
Υ.Γ.4: Μου τη δίνουν τα υστερόγραφα.

UPDATE!!! -> Φυσικά, ο Gog δεν άφησε αναπάντητη την πρόκληση. Εδώ η απάντησή του!

Advertisements