Με αφορμή τον αγώνα της Εθνικής ποδοσφαίρου με την αντίστοιχη της Τουρκίας στην Ιστανμπούλ (έτσι την λένε τώρα, είτε σας αρέσει είτε όχι), μου δημιουργήθηκαν κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τις οργανώσω σε ένα αναγνώσιμο κείμενο – θα δείξει στην πορεία.
Στήθηκα τουλάχιστον 10 λεπτά νωρίτερα στην τηλεόραση, ώστε να μην χάσω ούτε λεπτό από τη μετάδοση του αγώνα. Μαζί μου ήταν ο αδερφός μου, 5 χρόνια μικρότερος από μένα.
Σε αυτό το σημείο κάνω μια αναγκαία παρένθεση, ώστε να καταλάβετε κάποια πράγματα. Οι γονείς μας είναι παλιοί κομμουνιστές, οι οποίοι σιχάθηκαν τον κομμουνισμό μετά την πολιτική αυτοκτονία του 1990 και πλέον ανήκουν ιδεολογικά στον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Γιαγιάδες και παππούδες δεν γνωρίσαμε. Εγώ έχω δηλώσει τις προοδευτικές μου απόψεις και την αποστροφή μου προς οτιδήποτε ακροδεξιό ή και γενικά δεξιό.
Σε αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον, μεγάλωσε και ο αδερφός μου. Ένα περιβάλλον που τον κράτησε μακριά από την θρησκεία, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Πολύ μακριά. Κι όμως, κανείς δεν θα το πίστευε αυτό αν τον έβλεπε σήμερα να βρίζει τους Τούρκους (προσοχή: όχι τους Τούρκους ποδοσφαιριστές, αλλά τον τουρκικό λαό συλλήβδην) και να επιμένει ότι «η Κωνσταντινούπολη είναι ελληνοτουρκική πόλη», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ελληνική πόλη υπό τουρκική κατοχή.
Δεν πίστευα στ’αυτιά μου: Αυτό ακριβώς που απεχθάνομαι και θα ήθελα να μην υπάρχει πουθενά στον κόσμο, αυτό υπάρχει μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Και αναρωτήθηκα: Αφού το άμεσο περιβάλλον του δεν τον επηρέασε προς αυτήν την κατεύθυνση και δεν έχει κανέναν γνωστό ή φίλο που να ασπάζεται τέτοιες απόψεις, πώς κατάντησε να μιλάει σαν τον πατέρα Πλεύρη;
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι βαθιά μέσα σε όλους μας υπάρχει μία αντιπάθεια για τους Τούρκους ειδικά. Γιατί κι εγώ θυμάμαι ότι είχα θυμώσει όταν η Γαλατασαράι κατέκτησε το Κύπελλο UEFA και είχα νιώσει άσχημα όταν η Σερτάμπ Ερενέρ κέρδισε την Eurovision – «γιατί αυτοί κι όχι εμείς;», σκεφτόμουν. Αν ήταν στη θέση τους η Φερεντσβάρος ή η κάποιος τραγουδιστής από την Πολωνία, δεν θα σκεφτόμουν το ίδιο: ο Τούρκος είναι ο εχθρός.
Και τώρα ερχόμαστε στο ζουμί της υπόθεσης: Από πού έμαθα εγώ, ο αδερφός μου και, λίγο-πολύ, όλοι οι Έλληνες στην ηλικία μου ότι ο Τούρκος είναι εχθρός; Η απάντηση είναι τόσο απλή, που μου’ρχεται να βάλω τα γέλια: Το μάθημα της ιστορίας. Εκεί έμαθα ότι οι Τούρκοι είναι πάντα οι κακοί της υπόθεσης και οι Έλληνες οι κατατρεγμένοι που αδικούνται πάντα από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Εκεί διάβασα για τις κτηνωδίες των Τούρκων – αλλά ούτε λέξη για τις αντίστοιχες των Ελλήνων. Εκεί έμαθα πόσο μεγάλος ηγέτης ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος – αλλά πουθενά δεν είδα να γράφεται κάτι αντίστοιχο για τον Κεμάλ Ατατούρκ, τον αναμορφωτή της Τουρκίας. Εκεί έμαθα να ΜΙΣΩ τους Τούρκους.
Και μόλις βγήκε ένα βιβλίο Ιστορίας με πιο μετριοπαθείς απόψεις, πέσανε όλοι να το φάνε. Και, με εξαίρεση το κομμάτι για τον «συνωστισμό» στο λιμάνι της Σμύρνης (που πραγματικά δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις διαβάζοντάς το), το βιβλίο έγραφε αλήθειες που τα προηγούμενα δεν τολμούσαν να γράψουν. Όμως αυτό δεν άρεσε στους παπάδες, στους ακροδεξιούς και γενικά στους σκοταδιστές της εποχής μας, οι οποίοι φαίνεται πως είναι και πολλοί, και ισχυροί. Έτσι, επιστρέφουμε στο παλιό βιβλίο.
Και παρατηρώ κάτι παράξενο: Για το βιβλίο της Ιστορίας τοποθετήθηκαν με δηλώσεις τους πολιτικοί, δάσκαλοι, ιερείς, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, σχεδόν όλοι – μόνο αυτοί που καθαρίζουν τζάμια στην Κηφισίας δεν τοποθετήθηκαν. Μόνο αυτοί και οι μαθητές. Ναι, οι μαθητές. Ρωτήστε τον αδερφό μου τι γνώμη έχει για τους Τούρκους. Ρωτήστε τον ποια πιστεύει ότι είναι τα σύνορα της Ελλάδας. Και το κυριότερο: Ρωτήστε τον ΠΟΥ τα έμαθε όλα αυτά. Ρωτήστε τον ΠΟΙΟΣ και ΜΕ ΠΟΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ έβαλε αυτές τις μαλακίες στο κεφάλι του…
Τελειώνοντας αυτό το παραλήρημα, ήρθε η ώρα να δικαιολογήσω τον τίτλο του post μου, αυτόν τον υπέροχο στίχο των Πυξ Λαξ…Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω τι ενώνει, χωρίζει και πληγώνει Έλληνες και Τούρκους:

ΤΙ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ:

Γεωγραφικά, η Ανατολική Θράκη. Κατά τ’άλλα, τίποτα.

ΤΙ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ:

Η γλώσσα. Η θρησκεία. Η ιστορία. Το Αιγαίο Πέλαγος. Η Κύπρος. Το συσσωρευμένο μίσος των προηγούμενων γενεών. Οι κυβερνήσεις. Οι εθνικιστές. Τα Μ.Μ.Ε..

ΤΙ ΜΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ

Το γεγονός ότι έχουμε έναν γείτονα που ποτέ δεν επιλέξαμε και με τον οποίο βρισκόμαστε σε συνεχή κόντρα. Βρίσκουμε συνεχώς λόγους για να τον εκνευρίζουμε και λόγους για να μας εκνευρίζουν αυτά που κάνει εκείνος. Πότε είναι για τον φράχτη που έχει τοποθετηθεί λίγο παραπέρα, πότε για τα σκουπίδια που πέταξε στην αυλή μας, πότε για τα κουτσομπολιά που διαδίδει για εμάς στη γειτονιά. Συνήθως είναι για κάτι παλιά χρωστούμενα που ο ένας υποστηρίζει ότι του χρωστάει ο άλλος. Πάντως, ποτέ για σοβαρό λόγο. Όλα αυτά που μας χωρίζουν μας απαγορεύουν να πάμε απέναντι μια φορά να πιούμε έναν καφέ μαζί του (και πώς να συμφωνήσουμε στον καφέ, που αυτοί τον λένε τούρκικο κι εμείς ελληνικό!), μας αποτρέπουν από το να τους ζητήσουμε λίγη ζάχαρη όταν μας τελειώσει – καλύτερα να τον πιούμε φαρμάκι. Κι όταν επιτέλους συμμαχήσουμε απέναντι σε έναν κοινό εχθρό (όπως είναι ένας σεισμός), η συμμαχία αυτή κρατάει μόνο για λίγο. Μετά, θυμόμαστε ξανά κάποια παλιά διαφωνία μας και κλεινόμαστε ξανά στα καβούκια μας. Και αυτά ισχύουν και για τους δύο λαούς…

Υ.Γ.: Δεν χώρεσε στο κανονικό κείμενο, αλλά χάρηκα πολύ για την νίκη της Εθνικής – έκανε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της!
Υ.Γ.2: (Quiz για δυνατούς λύτες…) Πριν την έναρξη του αγώνα, ο ελληνικός ύμνος δεν ακούστηκε καν από τις αποδοκιμασίες και τα σφυρίγματα των Τούρκων οπαδών. Μετά το τέλος του αγώνα, οι ίδιοι οπαδοί χειροκρότησαν την νικήτρια Εθνική Ελλάδος. Τι μεσολάβησε;

Advertisements