Αφετηρία λεωφορείων στην οδό Ακαδημίας, ώρα 20.30 (post-it: Τι μ’ έχει πιάσει τελευταία και ξεκινάω τα κείμενά μου λες και είμαι ο αφηγητής του «CSI: Miami»;). Σκοτάδι παντού, χειμώνας γαρ. Μετά από αρκετή αναμονή, το λεωφορείο καταφτάνει και οι ανυπόμονοι commuters (γαμώ την γλώσσα μας την λειψή!) επιβιβάζονται βιαστικά. Οι πόρτες κλείνουν και όλα δείχνουν ότι η διαδρομή θα κυλήσει ήρεμα. Τίποτα δεν προμηνύει όσα θα ακολουθήσουν…
Στα επόμενα δευτερόλεπτα, μία ηλικιωμένη κυρία ανακαλύπτει έντρομη ότι το πορτοφόλι της έχει εξαφανιστεί από την τσάντα της και φωνάζει: «Το πορτοφόλι μου! Το έκλεψαν!». Αυτό από μόνο του θα ήταν πολύ τραγικό και θα δικαιολογούσε ένα πολύ πιο μελοδραματικό post. Αλλά είμαι ο άνθρωπος του μετρό (άντε και των λεωφορείων) και όχι ο άνθρωπος του μελό, οπότε όσοι έχετε πρόβλημα με την απροκάλυπτη αναισθησία μου μπορείτε να χύσετε τα καυτά δάκρυά σας σε κάποιο άλλο blog ή να δείτε ξανά και ξανά την τελευταία σκηνή του «Η Αλίκη Δικτάτωρ», με τον Αράπη να πέφτει θύμα τροχαίου – σα δεν ντρέπομαι, είναι και παγκόσμια μέρα των ζώων!
Τέλος πάντων, η κυρία έχει σοκαριστεί από το γεγονός και δεν μπορεί να πιστέψει στην ατυχία της. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που επεμβαίνει ο greek commuter (κάτι σαν τον greek lover, αλλά περίπου 40 χρόνια γηραιότερος και με εκπροσώπους και των δύο φύλων στις τάξεις του) για να λύσει το μυστήριο. Πιστεύω πως όλοι οι Έλληνες κρύβουμε έναν μικρό ντετέκτιβ μέσα μας, που ανυπομονεί να βρεθεί μπροστά από ένα μυστήριο για να φορέσει την καρό στολή του, να βγάλει τον μεγεθυντικό του φακό και να αρχίσει να ψάχνει για στοιχεία. Και να η ευκαιρία.
Μία φίλη της κυρίας θυμάται ότι λίγο πριν μπει στο λεωφορείο είδε έναν νεαρό με μούσια να απομακρύνεται από την αφετηρία τρέχοντας. Η κυρία συμφωνεί και θυμάται ότι αυτός ο νεαρός βρισκόταν δίπλα της εκείνη την ώρα. Έτσι, το μυστήριο λύνεται σχετικά εύκολα: Δράστης είναι ένας νεαρός με μούσια.
Οι περισσότεροι απογοητεύονται από την σύντομη λύση του μυστηρίου και στρέφονται σε συμβουλές προς το θύμα: «Να πάτε αμέσως στην αστυνομία», «να πάρετε τηλέφωνο τις τράπεζες, να ακυρώσετε τις κάρτες». Κάποιος άλλος προχωράει τον συλλογισμό του παραπέρα: «Αυτοί συνήθως παίρνουν μόνο τα λεφτά και τα υπόλοιπα τα πετάνε, μπορεί να το βρουν το πορτοφόλι». Το ποιοι είναι «αυτοί» θα το μάθουμε αργότερα.
Στο μεταξύ, το λεωφορείο έχει διανύσει μόνο μερικά μέτρα όταν το σταματάει το κόκκινο φανάρι. Εκείνη τη στιγμή επιλέγει μια μεσόκοπη κυρία για να κατέβει. Ζητάει από τον οδηγό να της ανοίξει την πόρτα και αυτός δεν της χαλάει το χατίρι.
Προς τέρψιν των αυτεπάγγελτων ντετέκτιβ, η υπόθεση περιπλέκεται: Γιατί κατέβηκε αυτή πριν καν ξεκινήσει το λεωφορείο; Μήπως είναι αυτή η ένοχη; Θα κατέβαινε αν δεν ήταν τόσο έντονες οι συζητήσεις; Μήπως φοβήθηκε ότι θα την καταλάβαιναν;
Και τότε, μια δαιμόνια γιαγιά-Τζακ Μπάουερ φτάνει στο οριστικό και αμετάκλητο συμπέρασμα: Η μεσόκοπη κυρία έκλεψε το πορτοφόλι και το έδωσε αμέσως στον συνεργό της (και ίσως και εραστή της, αλλά αυτό δεν το ανέφερε), ο οποίος φυσικά το έβαλε στα πόδια. Αυτή μπήκε στο λεωφορείο για ξεκάρφωμα, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη, σε αντίθεση με τον νεαρό που πολλοί είδαν να τρέχει σαν τον άνεμο. Και όταν το λεωφορείο σταμάτησε στο φανάρι ζήτησε να κατέβει, με πρόσχημα ότι είχε πάρει λάθος λεωφορείο, ενώ στην πραγματικότητα θα πήγαινε να συναντήσει τον νεαρό συνεργό της. Υπέροχη σκέψη, άρτια και πλήρης εξήγηση. Μόνο ένα ελαττωματάκι έχει: Δεν υπάρχουν αποδείξεις. Αλλά ποιος νοιάζεται για τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες…
Φυσικά, δεν αποδέχονται όλοι αυτήν την ερμηνεία – για να αποδεχθεί ένας Έλληνας την γνώμη ενός άλλου θα πρέπει ή να τον σαπίσουν στο ξύλο, ή να έχει ήδη εκφράσει αυτήν την γνώμη νωρίτερα από εκείνον. Ένας ηλικιωμένος κύριος υποστηρίζει με πάθος την δική του άποψη ότι μόνος δράστης ήταν ο νεαρός με τα μούσια: «Ρουμάνος ή Βούλγαρος θα ήταν, αυτοί τα κάνουν αυτά. Δεν ήταν πρεζάκι, αυτοί σπάνε αυτοκίνητα, κάνουν άλλα. Ρουμάνος θα ήταν, αυτοί πεινάνε. Αλλά τώρα είναι κι αυτοί στην Ευρώπη, δεν μπορούμε να τους διώξουμε. Κατάλαβες; Τους βάλανε μέσα και τώρα δεν μπορούμε να τους διώξουμε». Δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς την αρτιότητα ενός εξαιρετικού επιχειρήματος, που χρησιμοποιεί την εις άτοπον απαγωγή για να αποκλείσει τους Έλληνες, τους Γερμανούς, τους Λιθουανούς, τους Σαουδάραβες και τους ναρκομανείς (ανεξαρτήτως εθνικότητας), καταλήγοντας στο αλάνθαστο συμπέρασμα ότι ο κλέφτης κατάγεται από την Βουλγαρία ή την Ρουμανία. Ο κ. Καρατζαφέρης θα είναι περήφανος για τα πνευματικά του τέκνα.
Σε αυτό το σημείο, πρέπει να σας εξομολογηθώ κάτι: Έχω μπει σε λεωφορείο γεμάτο παιδάκια δημοτικού που τσιρίζανε συνέχεια χωρίς προφανή λόγο. Έχω καθήσει ακριβώς δίπλα σε βρέφος που έκλαιγε γοερά μέσα στα δύσμοιρα αυτιά μου (και της μάνας του – αλλά αυτή καλά να πάθει, δικό της ήταν στο κάτω-κάτω). Έχω μπει σε παλιό 550, από αυτά που μούγκριζαν σαν αφηνιασμένα κομπρεσέρ (και κουνούσαν το ίδιο). Έχω βρεθεί σε λεωφορείο όπου χτυπούσαν ταυτόχρονα τα ringtones τριών διαφορετικών κινητών. Κι όμως, ποτέ δεν έχω αντιμετωπίσει τόση φασαρία σε μέσο μαζικής μεταφοράς. Όλοι συζητούσαν μεγαλόφωνα για το πρωτοφανές γεγονός (προφανώς οι περισσότεροι έχουν γεννηθεί στην Στοκχόλμη ή στο Ρέικιαβικ, όπου υπάρχουν περισσότερες καμηλοπαρδάλεις παρά κλέφτες), με αποτέλεσμα να ακούγεται διαρκώς ένα θυμωμένο μουρμουρητό. Με πονοκέφαλο γύρισα στο σπίτι.
Δυστυχώς, το μυστήριο δεν λύθηκε. Όλοι ήλπιζαν κρυφά πως η ηλικιωμένη κυρία θα ανακάλυπτε ότι τελικά το πορτοφόλι βρισκόταν στην τσέπη της, ώστε οι μεν φίλες της να γλιτώσουν το εγκεφαλικό, οι δε υπόλοιποι συνεπιβάτες της να έχουν έναν καλό λόγο να την λυντσάρουν. Αλλά αυτό δεν έγινε. Η υπόθεση «Έγκλημα στο λεωφorian express» θα περάσει στο αρχείο και πιθανόν να μην διαλευκανθεί ποτέ…
Άδοξο τέλος για μια ιστορία μυστηρίου, αλλά εδώ δεν είναι Χόλιγουντ, είναι Ελλάδα. Αν αυτό που τόση ώρα διαβάζατε ήταν το σενάριο μιας χολιγουντιανής υπερπαραγωγής, στον επίλογο θα ερχόταν η «κάθαρσις», με τον στυγνό εγκληματία να συλλαμβάνεται, την ηλικιωμένη κυρία να παίρνει πίσω το πορτοφόλι της και όλους τους επιβάτες του λεωφορείου πιασμένους χέρι-χέρι να τραγουδούν εκστασιασμένοι «If I was a rich man…».
C’est la vie, c’est la Grece…

Advertisements