Οι συστηματικοί αναγνώστες αυτού του ταπεινού blog θα έχουν ίσως παρατηρήσει ότι κάπου, εντελώς διακριτικά, αναγράφεται η φράση «ο άνθρωπος του μετρό». Ίσως και οι υπόλοιποι μπορέσουν να το εντοπίσουν με λίγη προσπάθεια. Αλλά φαίνεται πως εγώ δεν του έχω δώσει καμία σημασία τελευταία και έχω παραμελήσει αυτήν την πτυχή της ζωής μου, η οποία εξάλλου με οδήγησε και στο ευγενές σπορ του blogging.
Η αλήθεια είναι πως σπάνια συμβαίνει στο μετρό κάτι που να θέλω να γράψω. Φυσικά, η ατμόσφαιρα εκεί κάτω είναι πάντα ελκυστική και μου ασκεί μια μυστηριώδη, σχεδόν ανεξέλεγκτη έλξη. Αλλά όσο κι αν δεν ήθελα ποτέ να το παραδεχτώ, κάθε βόλτα με το μετρό μου θυμίζει τη μέρα της μαρμότας: Οι ίδιες κατσούφικες φάτσες, το ίδιο παιχνίδι του σκοταδιού με τα χλωμά φώτα, το ίδιο στρίγκλισμα στις ράγες. Μονοτονία.
Και χθες το πρωί συνέβη αυτό το κάτι διαφορετικό, αυτό που έβαλε ξανά το μυαλό μου σε λειτουργία. Σταθμός Ομόνοια. Το τρένο ανοίγει τις πόρτες του και οι βιαστικοί επιβάτες του, μαζί κι εγώ, το εγκαταλείπουν. Μόνο που κάποια βιάστηκε περισσότερο απ’ό,τι έπρεπε. Για την ακρίβεια, βιάστηκε τόσο πολύ που στραβοπάτησε στην αποβάθρα, με αποτέλεσμα να πέσει η παντόφλα της στο κενό μεταξύ της αποβάθρας και του σταματημένου συρμού.
Ήμουν ακριβώς δίπλα της εκείνη την ώρα και αναρωτιόμουν τι θα έπρεπε να κάνω. Δεν μπορούσα να γελάσω, όχι μόνο γιατί θα ήταν αγενέστατο, αλλά και επειδή μάλλον θα ένιωθα άσχημα στην θέση της αν έβλεπα τον κόσμο να γελάει. Δεν μπορούσα να στενοχωρηθώ, γιατί δεν της έφταιγε κανένας άλλος για αυτό που έπαθε, παρά μόνο η δική της βιασύνη. Δεν μπορούσα να μείνω εκεί να την βοηθήσω, γιατί βιαζόμουν – άλλωστε, δεν έβλεπα πώς θα μπορούσα να την βοηθήσω.
Είναι για κάτι τέτοιες στιγμές που αξίζει αυτή η μανία μου να τα παρατηρώ όλα. Εδώ και χρόνια έχω καταλάβει πως δεν έχει νόημα να παρατηρείς, αν το αντικείμενο της παρατήρησής σου δεν σε κάνει να σκέφτεσαι, να προβληματιστείς, να νιώσεις κάτι, οτιδήποτε. Θα μπορούσα πολύ απλά να σας μεταφέρω την σκηνή που περιέγραψα με εντελώς διαφορετικό τρόπο, χλευάζοντας την άτυχη κυρία και την παντόφλα της και ωθώντας σας σε (κρυφά ή υστερικά) γέλια, σαν αυτά που είδα γύρω μου εκείνη την ώρα. Αλλά τι νόημα θα είχε αυτό; Σήμερα δεν κάνω stand-up comedy, αλλά βαρετό talk show – στο κάτω-κάτω, δεν κάνω τηλεόραση, άρα δεν με ενδιαφέρουν οι θεαματικότητες, σωστά;
Περιττό να πω ότι δεν έκανα τίποτα. Στρίβοντας προς τις κυλιόμενες σκάλες, γύρισα για τελευταία φορά να την δω. Ο συρμός είχε ήδη αποχωρήσει και αυτή κοιτούσε τις ράγες με ένα βλέμμα 50-50: Μισό έκπληξη, μισό απόγνωση. Αν την είχα φωτογραφίσει ακριβώς εκείνη τη στιγμή, θα είχα στα χέρια μου ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, που θα μπορούσε να εκτεθεί σε οποιαδήποτε γκαλερί σύγχρονης τέχνης. Να γιατί πρέπει πάντα να κουβαλάω μαζί μου μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή…
Αναρωτιέμαι τι να συνέβη στη συνέχεια. Νιώθω σαν να χάλασε το DVD στη μέση της ταινίας, αφήνοντάς με να αναρωτιέμαι πώς τελειώνει το έργο. Να συνέχισε την πορεία της ξυπόλητη, πετώντας και την άλλη παντόφλα στο μετρό; Μπα, πολύ χολιγουντιανό για να είναι αληθινό. Να αγόρασε καινούργια παπούτσια από την Ομόνοια, έχοντας πάρει το μάθημά της; Μπα, πολύ ρεαλιστικό για να είναι αληθινό. Και αυτή η έρμη η παντόφλα τι να απέγινε; Να την κονιορτοποίησε το επόμενο τρένο; Ποιος ξέρει…Σας έχω πει ποτέ πόσο με ενοχλεί να χαλάει το DVD πριν τελειώσει η ταινία;
Εκτιμώ απεριόριστα οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει αυτή τη μικρή σπίθα που χρειάζεται το τεμπέλικο μυαλό μου για να πάρει μπρος και να αρχίσει να λειτουργεί. Ακόμα κι αν είναι μία παντόφλα….

Advertisements