Όταν σε μία παρέα μαζεύονται πολλά άτομα, σίγουρα θα κάνεις κάποιες ενδιαφέρουσες γνωριμίες, αλλά κατά 99% θα συναντήσεις ανθρώπους σε βάρος των οποίων, υπό κανονικές συνθήκες, θα κατέθετες ασφαλιστικά μέτρα ώστε να μην σε πλησιάζουν σε απόσταση μικρότερη του 1 χιλιομέτρου.
Έτσι έγινε και με την Ν., μια φίλη μιας φίλης μιας φίλης μου (βγάλτε άκρη), με την οποία συνέβη να καθήσουμε στο ίδιο τραπέζι σε μια καφετέρια το Σάββατο. Η (στατιστικά) αποτυχημένη διαίσθησή μου είχε μία από τις σπάνιες εκλάμψεις της όταν κατάλαβε από την πρώτη στιγμή ότι ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που την συνάντησα. Και επειδή ήδη το έχω παρακάνει με τον πρόλογο, σας μεταφέρω τα λόγια που με έκαναν να την χρησιμοποιώ σαν παράδειγμα προς αποφυγήν για κάθε μαζοχιστή που θέλει να γίνει φίλος μου.
Συζητώντας για τις νέες ταινίες της εβδομάδας και το ποια από αυτές θα θέλαμε να δούμε, έπεσε στο τραπέζι το «The Simpsons». Οι περισσότεροι ενθουσιαστήκαμε. Για την ακρίβεια, όλοι ενθουσιαστήκαμε εκτός από την Ν., η οποία προέβαλε το ακαταμάχητο επιχείρημα: «Μα το θέμα είναι να δούμε καμία σοβαρή ταινία, με κανονικούς ανθρώπους, όχι με ζωγραφιστά ανθρωπάκια!».
Αν εκείνη την ώρα αποφάσιζα να μιλήσω, το πιθανότερο ήταν να καταλήγαμε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, όπου θα ανταλλάσσαμε μηνύσεις. Ευτυχώς, κράτησα τα νεύρα μου και η βραδιά συνεχίστηκε χωρίς απρόοπτα.
Χθες το βράδυ είχα την ευτυχία να δω τους Simpsons στο σινεμά. Ό,τι και να πω γι’αυτήν την ταινία είναι λίγο. Αλλά και περιττό. Γιατί πλέον οι ήρωες του Matt Groening είναι παγκοσμίως γνωστοί – και όποιος δεν τους γνωρίζει, απλά μου είναι παγερά αδιάφορος. Όλοι όσοι έχουν δει έστω και ένα επεισόδιο της σειράς ξέρουν τι τους περιμένει στο σινεμά και εγώ είμαι ο τελευταίος που θα κάνει κριτική σε μία τέτοια ταινία.
Για την λατρεμένη οικογένεια από το Springfield έχουν ήδη γραφτεί πολλά, θα ήταν περιττό να αναπαράγω κι εγώ τα ίδια. Αλλά να και μια καινούργια σκέψη, που αποδεικνύει περίτρανα ότι η προεκλογική περίοδος βλάπτει σοβαρά την διανοητική υγεία: Τι θα συνέβαινε αν το Springfield ήταν η Ελλάδα και ποιοι θα ήταν οι κάτοικοί του;
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα: Βασική φυσιογνωμία του ελληνικού Springfield θα ήταν ένας χοντρός με IQ μπιφτεκιού, που δεν τα καταφέρνει καλά σε βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της προσοχής. Ο Έλληνας Homer Simpson υπάρχει και λέγεται Κώστας Καραμανλής junior!
Γείτονας του Homer-Κωστάκη είναι ένας εκνευριστικά ήρεμος τύπος, πάντα ευγενέστατος και με το χαμόγελο στο στόμα, πάνω από το οποίο βρίσκεται ένα περιποιημένο μουστάκι. Στην φαντασία του Matt Groening λέγεται Ned Flanders, στην πραγματικότητα της Ελλάδας λέγεται Γιώργος Παπανδρέου!
Στην ταινία, η Lisa Simpson προσπαθεί να πείσει τον λαό του Springfield πως το περιβάλλον κινδυνεύει, αλλά κανείς δεν της δίνει την παραμικρή σημασία, κανείς δεν θέλει να την ακούσει. Μιας και στην Ελλάδα δεν έχουμε οικολογική παράταξη της προκοπής, το ρόλο της Lisa αναλαμβάνει (αναγκαστικά) η Greenpeace.
Ο παππούς Simpson, ο Abe, είναι κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, που κατά λάθος έχει ξεμείνει στην δική μας και ταλαιπωρεί όλους τους υπόλοιπους, αρνούμενος να προσαρμοστεί στην δική μας και περιμένοντας να προσαρμοστούν όλοι οι υπόλοιποι στην δική του. Στο ελληνικό Springfield έχουμε δύο Abe: Τον Στέλιο Παπαθεμελή και τον Γιώργο Καρατζαφέρη.
Η Marge Simpson είναι επιφορτισμένη με δύο βασικά έργα: 1. Να ανέχεται όλες τις μαλακίες και τις ατέλειες του Homer-Κωστάκη και 2. να τις διορθώνει. Στην Ελλάδα, αυτή είναι δουλειά του Θόδωρου Ρουσόπουλου.
Η Maggie Simpson είναι το μωράκι της οικογένειας, ένα μωράκι που δεν έχει μεγαλώσει ούτε πόντο από τη στιγμή που γεννήθηκε και κυκλοφορεί ακόμα με μία πιπίλα στο στόμα. Στην Ελλάδα, υπάρχει μόνο μία κατηγορία ανθρώπων που δεν έχουν ωριμάσει καθόλου από τότε που γεννήθηκαν και πιπιλάνε ασύστολα τις πιπίλες που της προσφέρουν διάφοροι άγνωστοι: Οι ψηφοφόροι.
Αν υπήρχαν μόνο αυτοί οι χαρακτήρες, το Springfield θα ήταν βαρετό. Αφόρητα βαρετό. Γι’αυτό και ο Matt Groening δημιούργησε ακόμα έναν χαρακτήρα, ίσως τον σημαντικότερο απ’όλους: Τον Bart Simpson. Ο ρόλος του Bart είναι να προκαλεί αναστάτωση παντού, να κάνει φάρσες, να κοροϊδεύει τους γονείς του, ακόμα και να κάνει σκέιτμπορντ ολόγυμνος.
Δεν είναι τυχαίο ότι κράτησα τον Bart για το τέλος…Όπως είπα, το Springfield θα ήταν βαρετό χωρίς αυτόν. Έτσι είναι και το ελληνικό Springfield: Λείπει η κινητήρια δύναμη, ο μοχλός που προκαλεί αναστάτωση στην εξουσία, η φαντασία, το χιούμορ, η φρεσκάδα. Στην πραγματικότητα, ίσως ποτέ στην ιστορία της η Ελλάδα δεν γέννησε έναν αυθεντικό Bart που να φέρει τα πάνω κάτω και τα πίσω μπρος. Και αυτό είναι που μου λείπει αυτή τη στιγμή και με απωθεί από οτιδήποτε έχει σχέση με τα κοινά, αυτό είναι που με κάνει να θέλω να πέσω για ύπνο το βράδυ της 15ης Σεπτεμβρίου και να ξυπνήσω το πρωί της 17ης. Είναι όλοι ίδιοι, όλοι βαρετοί, όλοι «μπαγιάτικοι». Και η γενιά μου είναι διαφοροποιημένη, ενδιαφέρουσα και φρέσκια. Πώς μπορούν να μας εκφράσουν αυτές οι μούμιες;
Φυσικά, δεν μπορούν. Ωστόσο, εγώ μόλις μπόρεσα να ξεκινήσω από έναν σαββατιάτικο καφέ και να καταλήξω, μέσω Springfield, στο χάσμα των γενεών. Τελικά, ή είμαι και γαμώ τους blogger, ή είμαι πάρτα Λέτα και κάντα ομελέτα. Love me or hate me, that is the question, που λέει και η Lady Sovereign…

Advertisements