Ανήκω σε μια περίεργη γενιά, σε μια γενιά που μεγάλωσε στην δεκαετία του ’90. Μια γενιά που δεν έζησε Κατοχή, δεν έζησε βασιλιά, δεν έζησε χούντα, δεν έζησε Πολυτεχνείο.
Οι μεγαλύτεροι μας επικρίνουν γι’αυτό λες και είναι δικό μας σφάλμα. Οι φιλοβασιλικές γιαγιάδες μας μάς λένε πως αν το ΕΑΜ είχε επικρατήσει στον εμφύλιο πόλεμο, τώρα θα ήμασταν μια διαλυμένη πρώην σοσιαλιστική χώρα, γι’αυτό και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ψηφίσουμε ΚΚΕ. Από την άλλη, οι γονείς μας που υπήρξαν κομμουνιστές στα νιάτα τους μας λένε ότι «αν δεν ψηφίσεις τώρα ΚΚΕ, πότε θα ψηφίσεις;».
Και αν τολμήσεις να αναφερθείς στην ΝΔ ή το ΛΑ.Ο.Σ.; «Δεξιά θα ψηφίσεις παιδί μου; Αλλά πού να ξέρεις εσύ…Πού να ξέρεις τι σημαίνει ότι ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά…».
Οι πρώτες εκλογές που θυμάμαι ήταν αυτές του 1990. Θυμάμαι τη μάνα μου που με έσερνε, 5 χρονών παιδάκι, στην προεκλογική συγκέντρωση του Παπανδρέου στο Πεδίον του Άρεως. Με είχε βάλει να κουνάω ένα σημαιάκι του ΠΑΣΟΚ, ενώ αυτή κρατούσε μία τεράστια σημαία. Δεν καταλάβαινα γιατί βρισκόμουν εκεί, δεν καταλάβαινα γιατί όλοι εκείνοι οι άγνωστοι άνθρωποι είχαν μαζευτεί στο Πεδίον του Άρεως, το μέρος στο οποίο είχα συνηθίσει να πηγαίνω μόνο για κούνιες και συνήθως ήταν απελπιστικά άδειο. Δεν καταλάβαινα τι το ιδιαίτερο είχε εκείνος ο γερασμένος κύριος που φώναζε και ξαναφώναζε «Λαέ της Ελλάδας». Δεν καταλάβαινα γιατί έπεφταν πυροτεχνήματα, δεν καταλάβαινα γιατί ήταν τόσο σημαντικό αυτό το γεγονός ώστε οι γύρω κάτοικοι είχαν βγει στα μπαλκόνια τους με τον ίδιο ενθουσιασμό που εγώ έβγαινα στο μπαλκόνι μας στα Εξάρχεια την ώρα που πέρναγε το σκουπιδιάρικο, για να δω τους υπαλλήλους του Δήμου να παίζουν μπάσκετ με τις σακούλες – σας έχω αναφέρει ότι το να γίνω σκουπιδιάρης ήταν η πρώτη φιλοδοξία μου;
Τέλος πάντων. Για τους περισσότερους από σας είναι αυτονόητο το τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο. Για ένα άτομο της γενιάς μου χρειάζεται πολύ ψάξιμο για να μάθει τι πραγματικά συνέβη τότε, αφού αν ρωτήσεις έναν ΠΑΣΟΚο, έναν ΝεοΔημοκράτη και έναν Κομμουνιστή θα σου πουν τρεις εντελώς διαφορετικές εκδοχές.
Μετά, θυμάμαι τις εκλογές του 1993. Θυμάμαι αυτόν τον περίεργο και αντιπαθητικό κύριο με τα 4 ονόματα (Κώστας, Ντίνος, Μήτσος, Τάκης), που είχα βαρεθεί να βλέπω στις τηλεοράσεις. Επίσης, θυμάμαι πολύ έντονα ότι μέσα από το σχολικό μου έβλεπα στους δρόμους εκείνες τις περίφημες αφίσες που έγραφαν «0+0=14», και προβληματιζόμουν βαθύτατα, καθώς στο σχολείο μας μαθαίνανε διαφορετικά πράγματα. Και θυμάμαι πάλι τον Παπανδρέου στην συγκέντρωσή του στο Πεδίον του Άρεως. Μόνο που τότε ήξερα ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που τόσοι άνθρωποι είχαν μαζευτεί, γιατί αυτός επί μήνες φώναζε «εδώ και τώρα εκλογές». Και καλά έκανε όπως αποδείχθηκε, γιατί τις κέρδισε τις εκλογές.
Αλλά και πού τις κέρδισε τι κατάλαβε; Δύο χρόνια μετά ήταν ετοιμοθάνατος στο Ωνάσειο και στο σχολείο λέγαμε ανέκδοτα για την Tetelestet, το κασάτο και τα κυπαρίσσια.
Και μετά ήρθε ο Σημίτης, η ζωντανή διαφήμιση της ελληνικής ελαιοπαραγωγής. Όλα ξεκίνησαν με ένα ανέκδοτο: «Γιώργο, χάσαμε». Βλέπετε, ο Χριστόδουλος δεν ήταν ακόμα φίρμα και λίγοι τολμούσαν να τα ξεστομίσουν δημοσίως. Και όλα τελείωσαν επίσης με ένα ανέκδοτο: Τον Γιώργο Παπανδρέου.
Από τις προεκλογικές περιόδους των τελευταίων ετών, δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα – και πιστεύω πως δεν αξίζει κανείς να κρατήσει πολλά πράγματα. Δεν μπορώ, όμως, να ξεχάσω το γυάλινο κεφάλι του Σημίτη που ακόμα στοιχειώνει τα όνειρά μου – καλύτερα να έβλεπα τον Φρέντι Κρούγκερ. Δεν μπορώ να ξεχάσω το τζιπ του Τζαννετάκου και το Φιατάκι της Φώφης. Δεν μπορώ να ξεχάσω το σλόγκαν «υπάρχει καλύτερη Ελλάδα και τη θέλουμε» – ούτε και τις παρωδίες του Α.Μ.Α.Ν.. Επίσης, δεν μπορώ να ξεχάσω την μαϊμού του Έβερτ, τον Αζάνκα – το ξέρω ότι δεν έχει σχέση με εκλογές, αλλά το θυμάμαι πάντα.
Όπως καταλαβαίνετε, δεν ήμουν στο ΕΑΜ για να γίνω κομμουνιστής. Δεν έζησα βασιλεία για να γίνω ακροδεξιός. Δεν έζησα χούντα για να γίνω αριστερός. Δεν έζησα Μεταπολίτευση για να γίνω Καραμανλικός. Η πολιτική μου συνείδηση διαμορφώθηκε από λιγότερο δραστικούς παράγοντες. Ναι, οι γονείς μου ήταν φοιτητές το ’73 και ξέρουν πού ανήκουν. Ναι, η γιαγιά μου ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη και ήξερε πού ανήκει. Μπορεί κάποιοι άλλοι να ήταν ευνοούμενοι του βασιλιά ή της χούντας. Και αυτοί ξέρουν πού ανήκουν. Εγώ, γεννηθείς το 1984, πού ανήκω; Ποιο γεγονός μπορεί να επηρέασε την ψήφο μου, όπου και να την ρίξω;
Και μια πιο επίκαιρη ερώτηση: Υπάρχει περίπτωση μία «εθνική τραγωδία» (συγχωρήστε μου τα εισαγωγικά, αλλά τα χρησιμοποιώ πάντα όταν μεταφέρω απόψεις άλλων) να λειτουργήσει σε μία γενιά όπως μία χούντα, ένας πόλεμος ή ένα Πολυτεχνείο; Μπορεί μια τέτοια «εθνική τραγωδία» να προκαλέσει μια ριζική ανατροπή ή έχουμε πια στερέψει από κοσμοϊστορικά γεγονότα και ραγδαίες ανατροπές;
Ουφ, όλο για πολιτικά γράω τελευταία, ακόμα κι εγώ με βαριέμαι. Και αύριο έχουμε και το debate – τι βαρετό. Αφού δεν τους αφήνουν να τσακωθούν, δεν έχει ενδιαφέρον.
10 και σήμερα κουφάλες…Οι μέρες φεύγουν, η ψήφος έρχεται…

Advertisements