Όταν ο σεναριογράφος ενός σίριαλ ξεμένει από ιδέες, δεν μπορεί να βγει και να πει «αγαπητοί τηλεθεατές, επειδή τελευταία πάσχω από writer’s block και δεν έχω γράψει ούτε μισό διάλογο για το επόμενο επεισόδιο, ζητώ συγνώμη και υπόσχομαι την άλλη εβδομάδα να προσπαθήσω περισσότερο, όσο εσείς θα βλέπετε ατέλειωτες επαναλήψεις του τελευταίου επεισοδίου». Αν όχι για κάποιον πιο προφανή λόγο, τότε σίγουρα γιατί στην τηλεόραση η ειλικρίνεια δεν είναι αρετή, αλλά αδυναμία.
Και τι κάνει, λοιπόν, ο πολυμήχανος σεναριογράφος; Καταφεύγει στο αρχαιότερο (μετά το κλασικό «τελειώνω-το-επεισόδιο-πάνω-στο-καλύτερο») τηλεοπτικό τρικ: τα flashback. Θα τα βρείτε σε κάθε σίριαλ που κάποια στιγμή έγινε σαν ξεχειλωμένο λάστιχο από το τράβηγμα, από τα all time classic Φιλαράκια, μέχρι το εγχώριο Παρά 5. Αντί να γράψει ένα νέο επεισόδιο, ο σεναριογράφος κάνει ένα κολάζ από παλιές σκηνές και το παρουσιάζει ως «νέο επεισόδιο». Έξυπνο, έτσι;
Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι το ίδιο θα μπορούσε να κάνει και ένας blogger: Αντί να γράψει ένα ολοκαίνουργιο post, να κάνει μία αναδρομή στο παρελθόν, ένα flashback, και να βαφτίσει το αποτέλεσμά της «ολοκαίνουργιο post». Έτσι, αποφάσισα να επιστρέψω μετά από χρόνια στην παλιά μου γειτονιά, στο Μαρούσι, ώστε να γράψω γι’αυτό.
Ξεκίνησα το μεσημέρι, παίρνοντας το μετρό. Φυσικά, θα μπορούσα κάλλιστα να έχω πάρει το αυτοκίνητό μου και να γλιτώσω την πεζοπορία κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, ειδικά τώρα που είναι και άδειοι οι δρόμοι, αλλά τότε: 1. Θα είχαν δίκιο όσοι λένε ότι δεν δικαιολογώ πια τον τίτλο «ο άνθρωπος του μετρό» και 2. Θα ήταν κάπως αταίριαστο να επιστρέψω με αυτοκίνητο σε μία περιοχή την οποία έχω «οργώσει» με το ποδήλατό μου. Θα ένιωθα σαν να έμπαινα με τρακτέρ στο Μέγαρο Μαξίμου.
Μπαίνοντας στον ηλεκτρικό, παρατήρησα αμέσως μια μελαχρινή κοπέλα, μικρότερη από εμένα, που είχε βάψει μερικές τούφες από τα μαλλιά της λευκές και έμοιαζε με την κακιά μάγισσα του παραμυθιού. Προσέχοντας καλύτερα, παρατήρησα και ότι μιλούσε σε κάποιον και, προσέχοντας ακόμα καλύτερα, παρατήρησα ότι συνεννοούνταν με νοήματα. Χρησιμοποιούσαν τη νοηματική γλώσσα.
Αργότερα, στην «συζήτηση» μπήκε και ένα νεαρό ζευγάρι, καθώς και μία άλλη κοπέλα που μπήκε σε άλλο σταθμό. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συζητούσαν – οι κινήσεις των χεριών τους δεν μου έλεγαν απολύτως τίποτα. Κι όμως, αυτοί γελούσαν, αγκαλιαζόντουσαν, διασκέδαζαν. Ήταν συγκλονιστικό, σαν να βλέπεις ταινία στην τηλεόραση χωρίς ήχο. Στόματα που ανοιγοκλείνουν και δεν ακούγεται τίποτα, μία παράξενη σιωπή που δεν ξέρεις αν σου προκαλεί περιέργεια, φόβο, χαμόγελο, τύψεις ή και όλα τα παραπάνω στη συσκευασία του ενός.
Επιπλέον, σαν ενθουσιώδης blogger, δεν θα μπορούσα να μην σκεφτώ πως η blogόσφαιρα θα ήταν ιδανικός χώρος για τους κωφάλαλους. Γιατί μπορεί οι περισσότεροι από εμάς να μην καταλαβαίνουμε τη νοηματική γλώσσα, αλλά στον γραπτό λόγο αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει. Ενδεχομένως και κάποιος από εσάς που διαβάζει αυτό το κείμενο να είναι κωφάλαλος, ίσως κάποιο από τα blogs που διαβάζω να είναι γραμμένο από κάποιον κωφάλαλο. Είναι φοβερό το πόσες δυνατότητες δίνει σε αυτούς τους ανθρώπους το Διαδίκτυο, έτσι δεν είναι;
Η παρέα αυτή κατέβηκε στην Νεραντζιώτισσα, στο The Mall, έναν σταθμό πριν κατέβω εγώ. Περιττό να πω ότι η επιστροφή μου στην παλιά μου γειτονιά πέρασε σε δεύτερη μοίρα – εξάλλου, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που έφυγα. Μόνο οι φίλοι μου κι εγώ με τα ποδήλατα λείπαμε. Έτσι, το κόλπο με το flashback απέτυχε. Το ταξίδι μου στην Λεωφόρο Νοσταλγίας (παράλληλη της Λεωφόρου Χαμένων Ονείρων που τραγουδούν οι Green Day) σταμάτησε άδοξα πάνω σε μία κωφάλαλη λακούβα που εμφανίστηκε από το πουθενά στο δρόμο μου. Ποιος ξέρει, ίσως την επόμενη φορά καταφέρω να φτάσω στο τέλος (ή μήπως στην αρχή;) αυτής της λεωφόρου…Ίσως πρέπει να παρατήσω αυτήν την κακή συνήθεια που έχω, να πέφτω σε όλες τις λακούβες που βλέπω μπροστά μου…Ή ίσως έτσι είναι το σωστό…

Advertisements