dear_diary.jpg

Αγαπητό blogολόγιο,

το ξέρω ότι ίσως σε έχω παραμελήσει λίγο τελευταία. Λίγο, όχι πολύ. Πόσες μέρες περάσανε, δύο, τρεις; Αααααα, 6 μέρες, ε; Καλά, μην γκρινιάζεις – I need to get a life! Τι νομίζεις, ότι είμαι κανένας ψυχωτικός που αν δεν γράφει κάθε μέρα το παρανοϊκό του παραλήρημα θα την δει καμικάζι και θα πέσει με το αυτοκίνητό του στο πλησιέστερο χαντάκι; Όχι βέβαια – μία κάποια τρέλα μπορεί να την έχω, αλλά είναι ακίνδυνη, όπως έλεγε και ο Σάκης (τι «ποιος Σάκης»; Πάντως όχι ο Μπουλάς, ούτε ο γνωστός υδραυλικός!). Αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζεις ήδη – με εκπλήσσεις, ηλεκτρονικέ μου φίλε, και όχι πάντα ευχάριστα…
Πάντως, είχα σοβαρό λόγο που δεν σου έγραφα, τον πλέον σοβαρό: Δεν συνέβη απολύτως ΤΙΠΟΤΑ! Ίσως το μοναδικό αξιοσημείωτο που συνέβη τελευταία είναι το γεγονός ότι δεν έχω πάθει ακόμα πνευμονία, ψύξη ή κατάψυξη, περνώντας τουλάχιστον τα 2/3 της μέρας μου κάτω από ένα αρκουδίσιον. Πες το τύχη, πες το οίκτο του Φαρσέρ (σου έχω πει για τον Φαρσέρ, έτσι δεν είναι; Σε έχω πρήξει, είπες; Καλά, δεν επιμένω), πες το μ’ένα φιλί – όπως και να το πεις, μου αρέσει.
Αλλά επειδή δεν μπορώ να σε αφήσω ορφανό – γαμώ το συναισθηματισμό μου, γαμώ! – θα σου πω και κάποια άλλα πράγματα που μου συνέβησαν αυτές τις μέρες, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπα, αλλά αυτά έχουμε, αυτά εμπιστευόμαστε! Στο κάτω-κάτω, μην έχεις υπερβολικές απαιτήσεις, το τελευταίο πράγμα που σκέφτεται ένας αρχιτεμπέλης σαν εμένα όταν οι γείτονες τηγανίζουν αυγά στην ταράτσα τους στο μισό χρόνο απ’όσο χρειάζεται ο φούρνος τους, είναι να γράψει τα απομνημονεύματά του – αν έκανε τόση ζέστη όταν ο Μακρυγιάννης αποφάσισε να γράψει τα δικά του, θα τα άφηνε στη μέση και θα έγραφε τη διαθήκη του!
Που λες, το να ψωνίζεις μόνος σου είναι βαρετό, το να ψωνίζεις με φίλους είναι διασκεδαστικό, αλλά το να ψωνίζεις με γυναίκα είναι πραγματικά εμπειρία ζωής – δεν ξέρεις πόσο τυχερό είσαι που δεν υπάρχουν θηλυκά blogολόγια! Ειδικά όταν πρόκειται για μαγιό, το μαρτύριο του Προκρούστη φαίνεται ξαφνικά πολύ ευχάριστο, σχεδόν απολαυστικό – τεντώνεσαι κιόλας, απελευθερώνονται οι μύες σου, μια χαρούλα. Γιατί όταν τη βλέπεις από τα 150+ μαγιό που έχει το μαγαζί να επιλέγει το χειρότερο (όταν το πρωτοείδα έχω την εντύπωση ότι μου φώναξε «φύγετεεεεεεεε, φύγετε μακριάαααααααα!», αλλά δεν είμαι και σίγουρος), ποια είναι άραγε η σωστή απάντηση στην απευκταία ερώτηση «Πώς σου φαίνεται»; Απλά έχε υπ’όψιν ότι το χάχανο που συνοδεύεται από αυθόρμητη δεικτική κίνηση του δαχτύλου δεν είναι ενδεικτική αντίδραση – θα έλεγα πως είναι η χειρότερη δυνατή.
Τέλος πάντων, το κακό έγινε και δεν ξεγίνεται (αν και νομίζω ότι με έναν εξορκισμό υπάρχουν ακόμα ελπίδες), οπότε πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία να δείξουμε τα μαγιό μας, τα πάχη μας, τα κάλλη μας και τους κάλους μας. Αλήθεια, μικρό μου blogολόγιο, έχει πάει ποτέ σε παραλία της Αττικής πρωί Σαββάτου; Φυσικά και όχι – ακόμα και αν μπορούσες να μεταφερθείς σε μια παραλία, δεν θα ήσουν αρκετά χαζό για να το κάνεις Σάββατο. Αλλά εγώ είμαι (αλήθεια, πώς γίνεται ο blogger 100 και το blogάκι 101, μου λες;) και το έκανα. Θες να μάθεις πώς πέρασα; Ε, αφού ανακάλυψα ένα μικρό κενό άμμου ανάμεσα σε ένα θεόχοντρο μπούτι και ένα τριχωτό μπράτσο, βούτηξα για 5 λεπτά στη θάλασσα (η οποία στα βαθιά είναι πιο κρύα απ’ό,τι στα ρηχά – ξέρω γιατί, και ξέρω ότι το ξέρεις, αλλά μη μου το θυμίζεις, σε παρακαλώ) και σηκώθηκα κι έφυγα. Άλλωστε, ήδη έχω μαυρίσει αρκετά και δεν έχω ανάγκη να γκαργκανιάσω (ωραία λέξη δεν είναι αυτή;) στο λιοπύρι – σου είπα που πριν μία βδομάδα ένας μαύρος που πούλαγε CD με είδε και με φώναξε «brother»; Ε, τότε κατάλαβα ότι το είχα παρακάνει με το μαύρισμα.
Μακριά από όλα αυτά, το ίδιο βράδυ βγήκα στα Εξάρχεια. Μην τρομάζεις, όχι πολύ Εξάρχεια. Στο Πάρκο Αργεντινής Δημοκρατίας. Ναι, καλά θυμάσαι, εκεί πέρασα τα πρώτα μου παιδικά χρόνια, σου έχω ξαναμιλήσει γι’αυτό. Μη νομίζεις, δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα τα τελευταία 15 χρόνια. Άφησα το αυτοκίνητο ακριβώς έξω από το παλιό σπίτι της γιαγιάς μου, αυτό στο οποίο άφησε την τελευταία της πνοή – δεν έχει αλλάξει καθόλου (το σπίτι, όχι η γιαγιά μου). Το σουβλατζίδικο που με έκανε παχύσαρκο από τα 3 μου είναι ακόμα εκεί – τώρα έχει επεκταθεί και στο πάρκο απέναντι. Το βιντεοκλάμπ από το οποίο παλιά οι γονείς μου αγόραζαν τσόντες (εντάξει, δεν το ξέρω σίγουρα αυτό, αλλά αποκλείεται να μην πήραν ποτέ!) στέκει ακόμα αγέρωχο στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το παρκάκι στο οποίο έφαγα τα νιάτα μου υπάρχει ακόμα, αλλά το συντριβάνι έχει στερέψει. Δίπλα στο σπίτι που έμενα έχει ανοίξει πια μπουρδελοξενοδοχείο – γαμώτο, βιάστηκα να φύγω. Το καφενείο που έπινα μετά μανίας λεμονίτες έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Το ίδιο και το τυροπιτάδικο στη γωνία, αλλά ξέχασα να τσεκάρω αν υπάρχει ακόμα ο Κλωντζάς στην Χαριλάου Τρικούπη – την επόμενη φορά αυτό. Όσο για το αγαπημένο μου ζαχαροπλαστείο, χάλασε τα τρουφάκια και τα εκλεράκια του – ελπίζω το παρφέ σοκολάτα του να έχει μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο.
Α, επίσης κανόνισα τις καλοκαιρινές μου διακοπές! Σου το λέω για να προειδοποιήσεις και τα άλλα blogολόγια που ξέρεις: Στα τέλη Αυγούστου θα αποβιβαστώ με τα στρατεύματα των βαλιτσών μου στο λιμάνι της Άνδρου, με σκοπό να κατακτήσω ολόκληρο το νησί. Είτε τα καταφέρω είτε όχι, θα σου φέρω πλούσιο φωτογραφικό υλικό, για να μην γκρινιάζεις που δεν θα σε πάρω μαζί μου.
Λοιπόν, μικρό μου blogολόγιο, δεν πρέπει να έχεις παράπονο. Αψηφώντας τις αντίξοες (για γράψιμο) καιρικές συνθήκες, σου αφιέρωσα μία τεράστια καταχώρηση – τόσο τεράστια, που βαριέμαι να γυρίσω πίσω και να δω τα λάθη που έχω κάνει, για τα οποία σου ζητώ συγνώμη, αλλά πού να ξέρεις εσύ; Εσένα βαράει στο κεφάλι η ζέστη;

Σβήνω το φως και σε καληνυχτίζω, μικρό μου. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά.

The Stranger

*ΚΛΙΚ*

Υ.Γ.: *ΚΛΙΚ* Ανάβω και πάλι το φως: Δεν είναι παράξενο που τόσο καιρό που σου γράφω δεν σου έχω πει το πραγματικό μου όνομα; Α, ώστε θέλεις να σου το πω; Καλά, θα το σκεφτώ και θα σου απαντήσω εν καιρώ. Κοιμήσου τώρα.

*ΚΛΙΚ*

Advertisements