isoi.jpg

Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως φύτρωσα σ’αυτήν τη γη, μήπως με έφερε σε λάθος πλανήτη ο βλάκας ο πελαργός ή μήπως ζω σε ένα υπερρεαλιστικό Matrix. Μερικές φορές νιώθω ότι τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δε μου ταιριάζει, νιώθω σαν υγιές κύτταρο περικυκλωμένο από καρκινοκύτταρα. Ή το αντίθετο, δεν ξέρω. Αλλά 10 λεπτά με τους γονείς μου αρκούν για να μου θυμίσουν πως έρχομαι τουλάχιστον τρίτος στην κατάταξη των τρελών αυτού του κόσμου.
Το γεγονός ότι δεν έχουν χωρίσει ακόμα είναι μάλλον καθαρά τυχαίο, αφού διαφωνούν στα πάντα. Και όταν λέω τα πάντα, μπορώ να μνημονεύσω τις πολιτικές τους διαφωνίες, αλλά και την παροιμιώδη διαμάχη τους για το αν θα έπρεπε να αγοράζουμε γκοφρέ ή extra απαλό χαρτί υγείας (ευτυχώς ήρθε ο Ευαγγελάτος και μας το έλυσε αυτό το πρόβλημα: Θα σκουπιζόμαστε με τα χέρια). Προφανώς, ο καρπός ενός τόσο διχασμένου ζευγαριού δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο μπερδεμένος από εμένα. Χμμ…αυτό μάλλον τα εξηγεί όλα!
Χθες το βράδυ, λοιπόν, καθώς διάβαζα την εφημερίδα (παραδόξως, σε αυτό συμφωνούν), το μάτι μου έπεσε σε μία συνέντευξη του εξαιρετικού επιστήμονα Μισέλ Ονφρέ (όσοι δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο του «Πραγματεία περί αθεολογίας» πρέπει να το διαβάσετε. Όσοι το έχετε ήδη διαβάσει…μπορείτε να μου το δανείσετε;). Ο κύριος Ονφρέ, λοιπόν, κατακεραύνωνε τον Νικολά Σαρκοζί για πολλούς και διάφορους λόγους. Μόλις εξέφρασα μεγαλόφωνα τον ενθουσιασμό μου για τις δηλώσεις του αυτές, επενέβη η μάνα μου: «Εγώ, πάντως, είμαι με τον Σαρκοζί. Γιατί να παίρνουν, δηλαδή, τη γαλλική υπηκοότητα οι μαύροι; Ήταν ο πιο ωραίος λαός οι Γάλλοι και τώρα οι μισοί είναι μαύροι».
Ο πατέρας μου δεν θα μπορούσε να το αφήσει ασχολίαστο αυτό: «Μα είναι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, έχουν μάθει σαν χώρα τους τη Γαλλία, πώς λες εσύ ότι δεν μπορούν να είναι Γάλλοι;».
Επειδή η κουβέντα τράβηξε για πολλή ώρα, σας παραθέτω τα βασικά σημεία και επιχειρήματα του διαλόγου: Το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε από την Γαλλία στην Ελλάδα, με τη μάνα μου να υποστηρίζει ότι μαύροι Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ και δεν θα ήταν σωστό να μπασταρδέψουμε τη φυλή μας, ότι δεν έχει πρόβλημα με τους Αλβανούς και τις λοιπές μειονότητες, αλλά δεν είναι δυνατό να θέλουν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα και ότι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει στην Ελλάδα, δεν μπορούν να θεωρηθούν Έλληνες, γιατί…γιατί δεν είναι Έλληνες!
Από την άλλη, ο pater familias υποστήριξε ότι αν νιώθουν Έλληνες, οι μετανάστες πρέπει να παίρνουν την ελληνική υπηκοότητα, ότι πλέον αυτό που μετράει δεν είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα του δέρματος και η εθνικότητα, αλλά η νοοτροπία και ο τρόπος σκέψης και ότι είμαστε φοβερά υποκριτές, όταν θεοποιούμε τον Πύρρο Δήμα, την Μιρέλα Μανιάνι και τον Σοφοκλή Σχορτσιανίτη ως Έλληνες, αλλά αρνούμαστε να ελληνοποιήσουμε ανθρώπους που μπορεί να αισθάνονται πιο Έλληνες και από αυτούς.
Για να σας δώσω να καταλάβετε, το μόνο στο οποίο συμφώνησαν είναι ότι ο Νέρι Καστίγιο δεν πρέπει να παίξει στην Εθνική Ελλάδος, γιατί είναι κωλοπαίδι.
Φυσικά, η συζήτηση ολοκληρώθηκε απότομα, όταν εις εκ των δύο (δε σας λέω ποιος) αποφάσισε ότι είχε φτάσει σε τέλμα και αποσύρθηκε στα ιδιαίτερά του διαμερίσματα. Το ίδιο έπραξα κι εγώ λίγο αργότερα, αναρωτώμενος αν οι γονείς μου γνωρίστηκαν πριν παντρευτούν ή έπεσαν θύμα κάποιας καπάτσας προξενήτρας.
Σχεδόν λυπάμαι που το λέω (και λέω σχεδόν γιατί αλλιώς δεν θα είχα τι να γράψω σήμερα), αλλά άτομα σαν τη μάνα μου κάνουν τον κόσμο μας χειρότερο. Γιατί ο ρατσισμός δεν είναι πια το κλασικό στερεότυπο «ο-μαύρος-που-βρωμάει-και-δεν-θέλω-να-κάθομαι-δίπλα-του-στο-λεωφορείο», αλλά έχει εξελιχθεί, όπως και όλες οι ιδεολογίες που θέλουν να επιβιώσουν στο χρόνο. Και αυτό το είδος ρατσισμού είναι το χειρότερο: Να μην αποδέχεσαι σαν συμπολίτη και συμπατριώτη σου έναν άνθρωπο, μόνο και μόνο επειδή έχει άλλο χρώμα ή γεννήθηκε σε άλλη χώρα. Κι ας αισθάνεται πιο Έλληνας από σένα, δεν έχει σημασία. Το κακό έγινε και δεν ξεγίνεται.
Η νέα καμπάνια κατά του ρατσισμού μου αρέσει πολύ: «Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι». Μόνο που μερικοί δεν θα το καταλάβουν ποτέ…

Advertisements