jeans.jpg

Υποθέτω πως ανήκω στη μειοψηφία, αλλά σιχαίνομαι να αγοράζω ρούχα. Αν δεν ήμουν απελπιστικά ατσούμπαλος και δεν είχα αξιοσημείωτο ταλέντο στο να σκίζω τα ρούχα μου στα πιο απίθανα σημεία, πιθανότατα θα φορούσα για όλη μου τη ζωή το ίδιο τζιν.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει να χαλάω λεφτά. Το αντίθετο, μάλιστα: Τα χέρια μου έχουν την, φοβερή για τους μαγαζάτορες και επικίνδυνη για την αφεντιά μου, ιδιότητα να γίνονται εξαιρετικά γλιστερά όταν έρχονται σε επαφή με χρήματα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τα κρατήσουν ούτε για 2 δευτερόλεπτα. Δώστε μου 500 ευρώ και βάλτε με σε έναν Γερμανό για του λόγου το αληθές.
Αλλά με τα ρούχα είναι αλλιώς. Όταν μπαίνω σε ένα κατάστημα, ξέρω από πριν ένα και μόνο πράγμα: Θα πάρω το πρώτο πράγμα που θα βρω μπροστά μου και θα είναι έστω και σχετικά καλό. Αν είναι εφικτό να μην το δοκιμάσω, ακόμα καλύτερα. Απεχθάνομαι να δοκιμάζω νέα ρούχα.
Η πρόσφατη εμπειρία μου σε γνωστό πολυκατάστημα κάθε άλλο παρά απάλυνε τα συναισθήματά μου. Ξεκίνησα με γυναικεία παρέα (που δεν σας το συνιστώ καθόλου αν θέλετε να επιστρέψετε στο σπίτι χωρίς πονοκέφαλο) για να πάρω τζιν, καθώς το προηγούμενο είχε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια που χωρίζουν το απλώς ανεκτό από το επιεικώς απαράδεκτο και αναγκαστικά το έστειλα να κάνει παρέα στις μαυρισμένες μπανανόφλουδες και τα περιτυλίγματα σοκολάτας που κοσμούν τον σκουπιδοτενεκέ του σπιτιού.
Είδα ένα τζιν που μου άρεσε (αν και, ειλικρινά, θεωρώ πως το 90% των μπλου τζιν είναι ολόιδια μεταξύ τους, με απειροελάχιστες διαφορές στις αποχρώσεις που δεν δικαιολογούν το γεγονός ότι κοστίζουν όσο μια βραδινή τουαλέτα του Κωστέτσου) και το έδειξα στην πωλήτρια. «Νούμερο;», με ρώτησε. Πονεμένη ιστορία. Γιατί στην Α μάρκα φοράω το Χ νούμερο, ενώ στην Β φοράω το Ψ νούμερο και πάει λέγοντας (οι πραγματικοί αριθμοί έχουν αφαιρεθεί, μετά από αίτημα της Ανεξάρτητης Αρχής Προσωπικών Δεδομένων, που μου επισήμανε ότι το μέγεθος μετράει…για προσωπικό δεδομένο).
Μου έδωσε ένα νούμερο και μου είπε να το δοκιμάσω. Δεν μπορούσα να το αποφύγω, έπρεπε να κλειστώ μαζί του στο θεοσκότεινο δοκιμαστήριο (ορκίζομαι, δεν κάναμε τίποτα πονηρό!). Φυσικά, δεν μου έκανε. Αναγκάστηκα να δοκιμάσω το επόμενο. Αυτό μπήκε με το ζόρι. Για την ακρίβεια, το κουμπί δεν κούμπωσε ποτέ, αλλά το αγόρασα, μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να δοκιμάσω κι άλλο. Επιτέλους, ήμουν ελεύθερος.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Γιατί το διαβολάκι δίπλα μου επέμενε ότι έπρεπε να πάρω και παπούτσια. Γιατί τι είναι ένα καινούργιο τζιν αν δεν πάρεις παραμάζωμα και ασορτί μπλούζα, παπούτσια, κάλτσες, σώβρακο, καπέλο και βατραχοπέδιλα; Τίποτα, κατά τη γυναικεία σκέψη.
Στον όροφο με τα παπούτσια έδωσα πραγματικό ρεσιτάλ. «Όχι, ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι για παντόφλες», «Δεν θα τα αγόραζα ούτε για το σκύλο μου», «Προτιμώ να βάλω το πόδι μου σε λίμνη με λυσσασμένα πιράνχας παρά σε ΑΥΤΟ το παπούτσι» ήταν μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες μου. Κάποια στιγμή είδα την πωλήτρια να προσπαθεί να κρύψει τα γέλια της. Η ανεπίσημη επιβεβαίωση ενός ερασιτέχνη stand-up comedian.
Παραδόξως, γύρισα στο σπίτι ζωντανός, σαν τον αγγελιοφόρο του Λεωνίδα, που έφυγε ζωντανός από τη μάχη των Θερμοπυλών για να διηγηθεί σε όλους τους υπόλοιπους όλα όσα είχαν συμβεί. Απολογισμός; Ένα τραυματισμένο δάχτυλο, στην μαραθώνια προσπάθειά μου να κουμπώσω το προαναφερθέν κουμπί και ένα τραυματισμένο εγώ, από την εμπειρία μου στο κλουβί με τις τρελές.
Μου φαίνεται πως πρέπει να μάθω να ράβω…Μόνο έτσι θα γλιτώσω…

Advertisements