untitled2.jpg

Νομίζω ότι όλοι μας περνάμε από μία ηλικία, ίσως διαφορετική ο καθένας, που θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Που σιχαινόμαστε όλα αυτά που υπάρχουν πριν από μας για μας, χωρίς να ζητήσει κανείς τη γνώμη μας. Που πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε κάτι για να σταματήσουν οι πόλεμοι, να γκρεμιστεί το γκρίζο, να γίνουν όλα ρόδινα. Μερικοί μπορεί και να το πιστεύουν ακόμα.
Και μετά, έρχεται η απογοήτευση. Συνειδητοποιείς ότι είναι πιο πιθανό να κοιτάξεις στον ουρανό ένα βράδυ και να δεις 4 φεγγάρια, παρά να ξυπνήσεις ένα πρωί και να έχουν αλλάξει όλα. Συνειδητοποιείς ότι εκείνο το τραγούδι, εκείνο που λέει «I’d love to change the world, but I don’t know what to do, so I leave it up to you», είναι βγαλμένο από τη ζωή, μας περιγράφει λίγο-πολύ όλους.
Γιατί η ζωή, δυστυχώς ή ευτυχώς, λειτουργεί δημοκρατικά. Ή μάλλον, όχι ακριβώς δημοκρατικά: Λειτουργεί με ένα παράξενο σύστημα δημοκρατικής δικτατορίας. Οι πολλοί επιλέγουν για όλους, οι μάζες αποφασίζουν για τις μονάδες. Οι μονάδες είναι αδύναμες.
Και το χειρότερο; Όσο κι αν συσπειρωθούν οι μονάδες, θα είναι πάντα μονάδες. Ακόμα κι αν μαζευτούν 10, 100, 1.000, 100.000 ή και 1.000.000 μονάδες, ποτέ δεν θα επηρεάσουν αρκετά τη μάζα. Τόσες αντιπολεμικές διαδηλώσεις έχουν γίνει, είδατε ποτέ κανέναν πόλεμο να σταματάει;
Θυμάμαι εκείνη την φοβερή ταινία, το «V for Vendetta» (υποθέτω ότι το κόμικ πρέπει να ήταν ακόμα καλύτερο, αλλά δεν αξιώθηκα να το πάρω ακόμα…). Το σλόγκαν της τα λέει όλα: «Δεν θα έπρεπε να φοβούνται οι πολίτες τις κυβερνήσεις, αλλά οι κυβερνήσεις τους πολίτες». Πράγματι, έτσι ακριβώς είναι. Αλλά μόνο στον μαγικό κόσμο των κόμικς…
Τι ωραία που θα ήταν αν οι κυβερνήσεις άκουγαν τους λαούς τους! Τι ωραία που θα ήταν αν δεν καταστρέφαμε το περιβάλλον! Τι ωραία που θα ήταν αν σταματούσαν να γίνονται πόλεμοι! Μόνο που, αν όλα ήταν τόσο ωραία, δεν θα ζούσαμε στη Γη, αλλά στον Παράδεισο της Εδέμ.
Η στάση μας προς τον κόσμο ακολουθεί μια σχεδόν προδιαγεγραμμένη πορεία: Ξεκινάμε με περιέργεια, να μάθουμε τι στο καλό είναι αυτός ο ντουνιάς. Όταν τον μάθουμε, αρχίζουμε να απογοητευόμαστε, να μη μας αρέσει και τελικά να τον μισούμε, να θέλουμε να τον αλλάξουμε. Και, όταν με το καλό καταλάβουμε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, τον αποδεχόμαστε όπως είναι.
Αν θες να είσαι ψυχικά υγιής, δεν μπορείς παρά να αποδεχθείς τη μοίρα σου, να ζεις σε έναν κόσμο που δεν διάλεξες, αλλά σε διάλεξε, σε μία οικογένεια που δεν επέλεξες, αλλά σε επέλεξε, σε μία κοινωνία που δεν υπολόγισε τη γνώμη σου, αλλά απαιτεί το σεβασμό σου. Όσο παλεύεις με τους δαίμονές σου, αυτούς που σου λένε πως πρέπει να είσαι σε μόνιμη αντιπαλότητα με το περιβάλλον σου και να κλείνεσαι στον εαυτό σου, σε μια ύστατη προσπάθεια να αλλάξεις, αν όχι τον κόσμο, τουλάχιστον τη μικρή γωνία που σου αντιστοιχεί, δεν έχεις ελπίδες. Γιατί πάντα θα βγαίνεις χαμένος στην άνιση μάχη με όλους τους άλλους.
Τελικά, κατέληξα ότι δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Κατέληξα ότι είναι μάλλον ανώριμο να πιστεύω πως κάποτε ο κόσμος θα γίνει Παράδεισος. Κι αυτό γιατί, ό,τι κι αν κάνω εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος, θα έχει πάντα και αρνητικές συνέπειες. Η έννοια του τέλειου δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο, πουθενά. Αυτός ο κόσμος δεν θα γίνει ποτέ τέλειος, δεν θα γίνει καν βιώσιμος. Και νομίζω ότι η μοναδική μας επιλογή είναι να συμφωνήσουμε να ζούμε, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, πείθοντας τον εαυτό μας ότι όλα τα στραβά αυτού του κόσμου δεν είναι τίποτα παραπάνω από μερικές προκλήσεις και εμπόδια που μας θέτει ένας κοσμικός φαρσέρ, που θέλει να τεστάρει τις αντοχές μας. Δεν θα ήταν πολύ απογοητευτικό να κάθεται να γελάει με την αφέλειά μας να πέφτουμε μέσα σε κάθε λάκκο που μας σκάβει κι εμείς να το δεχόμαστε, αντί να του προτείνουμε το μεσαίο μας δάχτυλο και να φωνάζουμε με πάθος «ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΝΙΚΗΣΕΙΣ!»; Λίγο εγωισμό, γαμώτο…

Υ.Γ.: Αν δεν βγάζετε νόημα από τα παραπάνω, μην προσπαθείτε και πολύ…Στριμωγμένοι σε ένα λεωφορείο στις 6 το πρωί, μετά από μία «βαριά» συζήτηση, θα τα καταφέρνατε καλύτερα;

Advertisements