athina.jpg

Το post που ακολουθεί είναι η συμβολή μου στο γνωστό πια blogοπαίχνιδο με τις πέντε λέξεις. Ευχαριστώ τον anisixo για την πρόσκληση και ελπίζω να τον δικαίωσα για την επιλογή του…Οι 5 λέξεις που όρισε είναι γραμμένες με bold.

Ξυπνάω μετά από βαθύ ύπνο. Είμαι ακόμα ζαλισμένος, δεν έχω καλή επαφή με το περιβάλλον μου. Κανείς γύρω μου. Μόνο οι λευκοί τοίχοι που θυμίζουν νεκροτομείο και μια αποκρουστική μυρωδιά, σαν αυτή που έχουν τα νοσοκομεία.
Σηκώνομαι με δυσκολία στα δυο μου πόδια. Περπατάω μέχρι το διάδρομο. Σταματάω για λίγο, κατάκοπος. Τελικά, φτάνω σε ένα γραφείο. Αυτή που κάθεται εκεί κάνει λες και βλέπει φάντασμα. Φωνάζει αμέσως έναν γιατρό.
Πράγματι, δεν είχε άδικο που με κοίταζε σαν φάντασμα. Ήταν λες και είχα αναστηθεί, όπως μου είπε ο γιατρός. Σχεδόν 22 χρόνια σε κώμα, μετά από τροχαίο ατύχημα. Δεν το θυμάμαι. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι τίποτα για τη ζωή μου. Ούτε πως με λένε, ούτε πού μένω…τίποτα. Είμαι ένας άγνωστος, καταδικασμένος να ζήσει χωρίς παρελθόν, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον. Αναρωτιέμαι γιατί ο Θεός με άφησε να ζήσω. Ή μήπως δεν πιστεύω στον Θεό; Δε θυμάμαι…
Πήρα εξιτήριο και βγήκα στον δρόμο. Μπροστά μου ανοίγεται μια πόλη, μια μεγάλη, άγνωστη πόλη. Νιώθω ότι χάνομαι. Μόνη μου πυξίδα, μία ταυτότητα. Γράφει πάνω το όνομά μου, το επίθετό μου, έχει και μια φωτογραφία μου. Δε μου λέει και πολλά. Αλήθεια, πώς να μοιάζω τώρα, 22 χρόνια μετά;
Κοιτάζομαι σε μία βιτρίνα. Μετά κοιτάζω την ταυτότητα. Βλέπω το ίδιο πρόσωπο. Πώς γίνεται να μην έχει περάσει ούτε μέρα από πάνω μου;
Σιγά σιγά, αρχίζω να θυμάμαι κάποια πράγματα. Περπατάω χωρίς προορισμό. Δεν ξέρω πού είναι το σπίτι μου, δεν ξέρω τίποτα. Αλλά κάτι αρχίζω να θυμάμαι.
Ο δρόμος με βγάζει μπροστά σε ένα τεράστιο, κιτρινισμένο μαρμάρινο κτίριο. Στέκεται στην κορυφή ενός λόφου και μου φαίνεται πολύ άσχημο, πολύ παλιό. Γιατί να το κρατάνε, άραγε, τόσο άσχημο πράγμα; Δίπλα στους ψηλούς ουρανοξύστες φαίνεται τόσο αταίριαστο.
Προσπαθώ να θυμηθώ. Έχω την αμυδρή εντύπωση ότι το 2007 δεν υπήρχαν πολλοί ουρανοξύστες στην Αθήνα. Αλλά τώρα είναι τόσοι πολλοί…Αποκλείεται, κάποιο λάθος θα κάνω.
Λίγο πιο κάτω, συναντώ ένα μαγαζί. «Καφετέρια«, λέει. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είναι μια «καφετέρια«, αλλά κάθομαι. Διαβάζω τον κατάλογο. «Καφέδες», «Σοκολάτες», «Αναψυκτικά», δεν ξέρω τι είναι όλα αυτά. Δεν θυμάμαι αν μου αρέσουν ή όχι. Παίρνω ένα «μιλκ σέικ», γιατί μου αρέσει πιο πολύ το όνομά του. Το πίνω μονορούφι και με πιάνει πονοκέφαλος. Λίγο αργότερα, έρχεται ο σερβιτόρος και ζητάει να πληρωθεί. Συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω αν έχω λεφτά. Ψάχνω στα παλιά ρούχα που μου δώσανε στο νοσοκομείο και βρίσκω μερικά παράξενα νομίσματα, άλλα χρυσά, άλλα δίχρωμα. Του τα δίνω όλα. Με κοιτάει με έκπληκτο βλέμμα. Μου εξηγεί ότι αυτά τα νομίσματα έχουν αποσυρθεί εδώ και 10 χρόνια. Τα κρατάει, όμως, γιατί έχουν μεγάλη συλλεκτική αξία.
Φεύγω από την καφετέρια. Κατευθύνομαι προς έναν πολυτελή υπόγειο χώρο, με πολλά φώτα και κόσμο να μπαινοβγαίνει. Μια νεαρή κοπέλα βάζει μπροστά μου το χέρι της. «Θέλετε μια εφημερίδα; Είναι δωρεάν», μου λέει χαμογελώντας. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είναι μια «εφημερίδα«, αλλά την παίρνω χωρίς να πω τίποτα.
Κατεβαίνω ακόμα πιο κάτω. Εκεί που στέκομαι τώρα είναι πολλοί άνθρωποι και περιμένουν. Τι περιμένουν; Μετά από λίγο, φτάνει ένα τεράστιο μηχανικό σκουλήκι με μεγάλα, φωτεινά μάτια. Ολοι μπαίνουν μέσα του, αλλά εγώ φοβάμαι. Τελικά, μπαίνω κι εγώ.
Παραδόξως, νιώθω πολύ άνετα. Φαίνεται πως πριν 22 χρόνια μου άρεσε αυτό το σκουλήκι. Κάθομαι σε μια ελεύθερη θέση. Ανοίγω την εφημερίδα και αρχίζω να διαβάζω. Νιώθω ότι κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά. «Πόλεμος στην Υεμένη», «Μειώνονται τα αποθέματα πετρελαίου», «Λειψυδρία στην Αφρική», «Σεισμός 7,4R στην Ουρουγουάη». Φαίνεται πως ο κόσμος δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε.
«Τερματικός σταθμός. Παρακαλούνται οι επιβάτες να αποβιβαστούν», προστάζει μια φωνή από το πουθενά. Υπακούω. Το κάνω τόσο φυσικά, που συμπεραίνω ότι το έχω κάνει πολλές φορές στο μακρινό μου παρελθόν. Σαν να αρχίζω να θυμάμαι κάποια πράγματα.
Βγαίνω στην επιφάνεια. Έχει πια νυχτώσει. Τόσα χρόνια στο σκοτάδι, κι όμως μου φάνηκε πολύ όμορφη η νύχτα. Το φεγγάρι, τα αστέρια, αυτό το παράξενο χρώμα του ουρανού…Ξαφνικά, νιώθω πως κάποιος με σκουντάει. Κοιτάζω δίπλα μου, κανείς. Ξανά, κάποιος με σπρώχνει. Μετά μου μιλάει. «Εεεεεε, σύνελθε!», μου λέει μια γυναικεία φωνή. Δεν βλέπω κανέναν γύρω μου, έχουν όλοι εξαφανιστεί. Ξαφνικά, ο ουρανός αλλάζει χρώμα, γίνεται άσπρος, όλα γύρω γίνονται άσπρα. Ανοίγω τα μάτια και την βλέπω δίπλα μου. «Άντε, ξύπνα, θα αργήσουμε», μου λέει.
Κοιτάζω γύρω μου. Όλα άσπρα, σαν νεκροτομείο. «Πού είμαι;», την ρωτάω. Με κοιτάει ειρωνικά. «Τι πού είσαι, βρε υπναρά; Στο δωμάτιό σου είσαι! Καλά, τι όνειρο έβλεπες;», λέει γελώντας.
Όνειρο; Παράξενο…Ήταν πολύ αληθινό για να είναι όνειρο. Αλλά δεν μπορώ να πάω κόντρα σε μία γυναίκα, ξέρω ότι θα το μετανιώσω. «Και πού έχουμε να πάμε;», τη ρωτάω. «Καλά, δεν είπαμε ότι θα πάμε με τα παιδιά σε μια καφετέρια κάτω από την Ακρόπολη για ποτό; Ξέρεις, αυτή που κάνει το αγαπημένο σου μιλκ σέικ!», μου απαντά απορημένη. «Μα καλά, τι έπαθες;».
Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Δεν ξέρω πια τι είναι αλήθεια και τι ψέματα, τι είναι πραγματικότητα και τι είναι όνειρο. Αλλά ξέρω πως όλα αυτά για μένα είναι συνδεδεμένα με την πόλη μου. Την Αθήνα, που αγάπησα τρελά και, σαν καψούρης έφηβος, θα λατρεύω για πάντα. Κι ας ξέρω ότι ο έρωτας είναι μονόπλευρος, κι ας με πονάει που αυτή θα με «γειώνει» συνέχεια. Αυτός ο έρωτας κρατάει για πάντα…

Υ.Γ.: Δεν μπορώ να δώσω σε κανέναν τη σκυτάλη, γιατί οι περισσότεροι το έχουν ήδη κάνει το παιχνίδι. Αν κάποιος/α επιθυμεί να πάρει τη σκυτάλη, ας μου το πει εδώ και θα ορίσω τις 5 λέξεις μου. Αλλά σας προειδοποιώ, δεν θα είναι εύκολες!!!

Advertisements