logo_2007.jpg

Έχει πλάκα να κυκλοφορείς στο δρόμο όταν όλοι κάθονται στην τηλεόραση και βλέπουν την κακοψημένη πατάτα που τους προσφέρει το κάθε ανθυποκαναλάκι. Γενικά, έχει πλάκα να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα, ίσως περισσότερο όταν είναι και πολύ επικίνδυνο, αλλά έχει κι αυτό τη χάρη του.
Χθες το βράδυ ήταν η μεγάλη βραδιά της Eurovision. Εθισμένοι Γιουροβιζιονομανείς, ανεπίδεκτοι Ελληνάρες, ανυπόμονες νοικοκυρές και λοιποί αναξιοπαθούντες στήθηκαν μπροστά από το κουτί, περιμένοντας πώς και πώς την απόφαση της επιτροπής. Φυσικά, υπάρχουν πάντα οι χαβαλέδες, αυτοί που παραγγέλνουν πίτσες, μαζεύουν κόσμο και γελάνε με τα κακώς κείμενα τέτοιων εκδηλώσεων. Respect σ’αυτούς.
Όταν άρχισε η σεμνή (;;;) τελετή ήμουν στη δουλειά. Κανείς δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Eurovision, μάλιστα τολμώ να πω πως οι περισσότεροι θα προτιμούσαμε να δούμε το Lost In Translation, που έδειχνε την ίδια ώρα η ΕΤ1, αν είχαμε τέτοια επιλογή.
Κάποια στιγμή, η δουλειά τέλειωσε (ή απλώς βαρέθηκα να την κάνω, ως γνήσιος αργόμισθος που είμαι) και έφυγα. Κανείς στο δρόμο. Κλεισμένοι όλοι στις φωτισμένες ντουλάπες τους (που για κάποιο λόγο επιμένουν να αποκαλούν «σπίτι»), να βλέπουν τις λαμπερές παρουσίες του «πανηγυρακίου» με το ίδιο βλέμμα που οι Ινδιάνοι βλέπανε τις λαμπερές χάντρες των Αμερικανών αποίκων.
Αναγκαστικά, πήρα ταξί. Όταν το μετρό γίνει 24ωρο, θα πλουτίσει από μένα. Ο οδηγός μου φάνηκε κάπως περίεργος. Βασικά, μου φάνηκε περίεργο το ότι δεν άκουγε ΕΡΑ Σπορ, ούτε Supersport FM. Άκουγε πρώτο πρόγραμμα. Σπάνιο ακόμα και στις τάξεις των κουλτουριάρηδων, πολλώ δε μάλλον στις φατρίες της κίτρινης φυλής. Τι παράξενο που είναι όλοι γύρω σου να ακούνε «Yassou Maria» κι εσύ να ακούς τον Βλάση Μπονάτσο να στριγκλίζει κάποιο τραγούδι που δεν το ξέρει ούτε ο συνθέτης του! Δε λέω πως είναι καλύτερο, αλλά σίγουρα είναι παράξενο.
Ο ταξιτζής, ντυμένος βαριά, με ένα χοντρό μπουφάν και έναν βαμβακερό σκούφο αναρωτιόταν ποιος να τραγουδάει. «Ο Βλάσσης Μπονάτσος», του έλυσα την απορία. «Α, αυτός είναι;», απάντησε απαξιωτικά. Δεν ξέρω γιατί, εγώ τον συμπαθούσα τον Μπονάτσο.
Η συνέχεια αγγίζει απαλά τα απροσδιόριστα όρια του σουρεαλισμού: «Πάει, ένας-ένας πεθαίνουν…Ο Μπονάτσος, ο Χατζηδάκης, ο Θεοδωράκης, η Βουγιουκλάκη, ο Παπαμιχαήλ, ο Καζαντζίδης…» (σας παρακαλώ, πείτε μου ότι ο Θεοδωράκης ζει ακόμα, θα τρελαθώ! Επίσης, αν μπορείτε να μου εξηγήσετε πώς η σκέψη του έφτασε από τον Μπονάτσο στον Καζαντζίδη, απλά θα υποθέσω πως κι εσάς σας έχει λασκάρει κάποια βίδα…).
Ο μονόλογος συνεχίζεται, με άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής του Καζαντζίδη, για τα λεφτά που του κλέψανε οι δισκογραφικές, για τη συνέντευξη που είχε δώσει στην τηλεόραση πριν καμιά 15αριά χρόνια, για την επιτυχία που είχε στην Τουρκία και πολλά άλλα, που δεν θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν λιγότερο κάποιον που μέχρι τα 15 του πίστευε ότι ο Καζαντζίδης είναι περίπου σαν τον Ζαζόπουλο σήμερα.
Κι όμως, τον άκουγα. Κι όχι μόνο αυτό: Του έδειχνα ότι τον άκουγα. Ξέρω πολύ καλά πόσο χρήσιμος είναι ένας καλός ακροατής όταν τον έχεις ανάγκη, και αυτός ο άνθρωπος με είχε ανάγκη εκείνη την ώρα. Όχι εμένα ειδικά, αλλά κάποιον να ακούσει τον πόνο του. Έχω έρθει πολλές φορές στη θέση του και ξέρω πόσο σημαντικό είναι.
Για φαντάσου, μαζοχιστή αναγνώστη, που έχεις φτάσει μέχρι εδώ και νόημα δεν βρήκες ακόμα: Την ώρα που οι περισσότεροι χορεύανε (ή, ακόμα πιο πιθανό, γελάγανε με) το Yassou Maria, εγώ άκουγα έναν ταξιτζή να μου μιλάει για την ιστορία του Καζαντζίδη. Ένα υπέροχο σουρεαλιστικό τοπίο, βγαλμένο από τη σατανικά ιδιοφυή φαντασία του Γαλαξιακού Φαρσέρ, την οποία μόνο ο Νταλί κατάφερε να πλησιάσει. Και βγήκα απότομα από αυτό το τοπίο, γυρνώντας στο σπίτι και μαθαίνοντας ότι στην Eurovision θα πάει ο Σουργέλ με το αριστούργημα «Hassou Maria». Ζήτω μας…

Advertisements