omonia.jpg

Είχα «σκουριάσει» τελευταία. Αναγκαστικά, το γκάζι είχε γίνει προέκταση του ποδιού μου (φρένο;;;Ποιο φρένο;;;). Αλλά σήμερα ήμουν αποφασισμένος να κουραστώ όσο δεν κατάφερα να κουραστώ όλη την εβδομάδα. Μαζοχιστής; Όχι, απλώς αντιρρησίας συνείδησης στον στρατό των αυτοκινητανθρώπων…
Η περιπέτειά μου ξεκίνησε από την Ομόνοια. Γιατί από την Ομόνοια; Δεν ξέρω, αλλά έχω την εντύπωση πως κάθε περίπατος που σέβεται τον εαυτό του ξεκινάει από ένα κέντρο και συνεχίζεται σε ακτίνες που σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω από αυτό. Και η Ομόνοια είναι το ιδανικό κέντρο. Όσο και να προσπαθήσουν να την καλλωπίσουν (καταφέρνοντας, παραδόξως, να την κάνουν όλο και πιο άσχημη…), αυτή η πλατεία είναι κάτι παραπάνω από το μάρμαρο και τα άλλα περίεργα υλικά που της έχουν φορτώσει…Είναι η ιστορία της, που θα την ένιωθες στον αέρα αν δεν ήταν αυτό το τοξικό καυσαέριο και η διαπεραστική μυρωδιά της δυστυχίας…
Αμέτρητες επιλογές για τη συνέχεια. Επιλέγω τη Σταδίου. Παλιά κτίρια, μυρίζουν ιστορία και νιώθω πως έχουν ενδιαφέρουσες ιστορίες να πουν σε αυτόν που θέλει να τα ακούσει. Αλλά σήμερα έχει πολύ θόρυβο, ακούω μόνο τις θρασύτατες μηχανές των αυτοκινήτων, που θέλουν να έχουν το μονοπώλιο στα ακούσματά μου… Όσο πλησιάζω προς το Σύνταγμα, το περιβάλλον αλλάζει, ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα και τα κτίρια γίνονται καινούργια και λαμπερά.
Ο θόρυβος αυξάνεται κι εγώ στρίβω στην πλατεία Κλαυθμώνος. Χωρίς να είμαι κλαύθμων ο ίδιος, κάθομαι για λίγο, να παρατηρήσω. Όμως δεν βλέπω τίποτα γύρω μου, μόνο κουρασμένα πρόσωπα, όλα ίδια μεταξύ τους. Έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευα να το ξενυχτήσω εκεί. Δίνω τον οβολό μου στην γιαγιά που τον έχει ανάγκη, προσπαθώντας να ξεγελάσω τις Ερινύες που με κατατρέχουν από τότε που γεννήθηκα. Δεν τα καταφέρνω.
Κατηφορίζω προς το Μοναστηράκι, μέσα από τα σκόρπια στενά του Ψυρρή. Λατρεύω την ανύπαρκτη ρυμοτομία αυτών των δρόμων, αφενός γιατί ποτέ δε χρειάστηκε να οδηγήσω εκεί πέρα, και αφετέρου γιατί αντικατοπτρίζουν πλήρως τον Έλληνα: Φτιάχνει ό,τι θέλει, όπου θέλει, εντελώς απροσχεδίαστα. Γι’αυτό, κάποιες φορές κατασκευάζει θαύματα, και κάποιες άλλες δημιουργεί τα περίφημα τέρατα του Griechenstein…
Πλατεία Αβησσυνίας. Ούτε στο Ολυμπιακό Χωριό δεν θα μπορούσες να βρεις περισσότερες φυλές, χρώματα και κουλτούρες. Και συνυπάρχουν όλοι, μάλλον απρόθυμα, πινελιές ενός αξεπέραστου ζωγράφου σε έναν αφιλόξενο καμβά, σε ένα από τα πιο ταλαιπωρημένα σημεία της Αθήνας.
Καιρός να ανέβω προς το Σύνταγμα. Από την Ερμού; Όχι βέβαια! Η ματαιότητα αυτού του δρόμου με τυφλώνει, τόσο που δεν μπορώ να κοιτάξω κανέναν στα μάτια. Προτιμώ την Μητροπόλεως. Ξέρεις, αγαπητέ αναγνώστη, καμιά φορά βλέπουμε ένα γέρικο, ξερό δέντρο μπροστά μας και αγνοούμε το όμορφο δάσος που απλώνεται πίσω του. Βλέπουμε το δέντρο της Ερμού και χάνουμε το άγριο δάσος της Μητροπόλεως. Βλέπουμε το εντυπωσιακό δέντρο του Κολωνακίου, γέρικο αλλά πασπαλισμένο με μπόλικη χρυσόσκονη για να νομίζει ότι λάμπει, και χάνουμε το δάσος των Εξαρχείων, με τα πιο ωραία γκράφιτι της πόλης…
Προσπερνάω τον αγαπημένο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα, δεν είναι στο δρομολόγιό μου σήμερα. Επόμενη στάση: Ζάππειο. Παίρνω την εφημερίδα μου, πάντα free press (ένας καθηγητής μου έλεγε ότι οι free press εφημερίδες είναι η γάγγραινα του Τύπου…εγώ νομίζω ότι πήγε από καρκίνο πολύ νωρίτερα…) και περνάω τις πύλες του Εθνικού Κήπου, πριν προλάβω να καταλάβω πού βρίσκομαι. Ξαφνικά, επιβραδύνω. Κοιτάζω γύρω μου τα κάγκελα και γελάω με όλους τους άλλους που έχουν κλειστεί εκεί έξω, σε αυτήν την οικτρή φυλακή, την ώρα που εγώ απολαμβάνω αυτό το μικρό κομματάκι Παραδείσου που δεν κατάφερε ακόμα να διαλύσει ο ορθολογισμός…
Βγαίνω από το Ζάππειο αναζωογονημένος και κοιτάζω το Καλλιμάρμαρο. Όσες φορές κι αν το έχω δει, πάντα μου προκαλεί δέος. Αυτό το στάδιο δεν είναι φτιαγμένο για να φιλοξενεί κώλους – ποτέ δεν ήταν. Και αυτή είναι η διαφορά του από οτιδήποτε παρόμοιο στην Αθήνα…
Και το σεργιάνι μου στον κόσμο είναι καταδικασμένο να καταλήγει πάντα στο ίδιο σημείο: Στη δουλειά. Αποχαιρετώ τις αναμνήσεις μου, ταξινομώ τις σκέψεις μου, κοιτάζω την ταμπέλα που γράφει «εσείς που περνάτε αυτήν την πύλη ξεχάστε κάθε ελπίδα» και κρύβω το προσωπείο μου στην τσέπη…Αύριο θα το χρειαστώ ξανά…

Υ.Γ. Προς όσους άντεξαν και το διάβασαν όλο: Σας ευχαριστώ, ειλικρινά το εκτιμώ! Όταν οι σκέψεις κυλάνε μέσα μου σαν ορμητικός ποταμός, το γκρεμισμένο φράγμα του μυαλού μου δυσκολεύεται να τις συγκρατήσει…

Advertisements