untitled3.jpg
Δεν το αρνούμαι: Είμαι παιδί της πόλης. Μεγάλωσα ανάμεσα σε γκρίζες πολυκατοικίες, νέφος, καυσαέρια και γκράφιτι. Σιγά σιγά τα συνήθισα, ειδικά τα γκράφιτι τα αγάπησα. Έτσι, δε θα έπρεπε να θεωρείται παράξενο το ότι μια επίσκεψη στο χωριό μου ισοδυναμεί για μένα με ερευνητική αποστολή στους δορυφόρους του Κρόνου.
Ξεκινάμε πρωί-πρωί το Σάββατο, για να προλάβουμε την κίνηση. Μόνο που μας είχε ήδη προλάβει αυτή. Βλέπεις, όλοι οι «ξεχασμένοι στο νότο, γεννημένοι αλλού» επιστρέφουν στις ρίζες τους το Σαββατοκύριακο των εκλογών. Υπάρχει λόγος σοβαρός: «Η θεία σου η Βελισσαρία είναι υποψήφια δημοτική σύμβουλος, πρέπει να την ψηφίσουμε!». Ασχέτως αν η θεία Βελισσαρία είναι μια αντιπαθητική γεροντοκόρη που με δυσκολία θυμάται το όνομά μου, εγώ πρέπει να στηρίξω τον τίμιο αγώνα της…
Ο δρόμος για το χωριό ατέλιωτος και κακοτράχαλος. Παρεμπιπτόντως, όποιος καταφέρει να μου δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η απαράδεκτη(ακόμα και για τα ελληνικά στάνταρ!) Εθνική Πατρών-Κορίνθου έχει υψηλότερα διόδια από την υποδειγματική Αθηνών-Κορίνθου, θα κερδίσει την άνευ όρων και ορίων εκτίμησή μου. Όσο πλησιάζουμε στον προορισμό μας, ο δρόμος γίνεται όλο και χειρότερος. Απ’ό,τι μου είπαν αργότερα, το τοπίο ήταν υπέροχο, καταπράσινο, με λίμνες και ποτάμια ανάμεσα σε επιβλητικά βουνά. Δυστυχώς δεν μπορώ να επιβεβαιώσω αυτόν τον ισχυρισμό, καθώς εκείνη την ώρα ήμουν πολύ απασχολημένος κρατώντας σφιχτά το μπράτσο της πόρτας με κλειστά τα μάτια, απαγγέλλοντας από μέσα μου το Πάτερ Ημών και το απολυτίκιο του ζαλισμένου ψηφοφόρου. Αν και ο δήμαρχος φρόντισε να μπαλώσει κάποιες λακούβες (τρεις μέρες πριν τις εκλογές -τι σύμπτωση!), ο δρόμος εξακολουθούσε να έχει τα χάλια του και το άμοιρο Ι.Χ. μας ταλαντωνόταν αριστερά-δεξιά, σαν παραφορτωμένη νταλίκα σε ανεμοθύελλα.
Κάποια στιγμή (χάρη σε κάποιο καπρίτσιο της τύχης, αλλιώς δεν μπορώ να το εξηγήσω)  φτάσαμε, σώοι και αβλαβείς. Οι υπόλοιποι συγγενείς ήταν ήδη εκεί. Φιλιά από ‘δω, αγκαλιές από ‘κει, «βρε πόσο μεγάλωσε!» (ε, βέβαια μεγάλωσα κυρά μου, 15 χρόνια έχεις να με δεις!), και δως του ξανά φιλιά και αγκαλιές…Καλωσήρθατε στο άτυπο reunion της οικογένειας Κοκοβίκου!
Ποιο είναι το επόμενο πιο σημαντικό πράγμα στο χωριό μετά τις αγκαλίτσες και τα φιλάκια; Το μαντέψατε, νομίζω: Το φαγητό. Το χωριό είναι η χαρά του φαταούλα! Παϊδάκια, γουρουνόπουλα στη σχάρα, χωριάτικα λουκάνικα, original τηγανιτές πατάτες, σπιτικές πίτες, ζουμερές σαλάτες, ζυμωτό ψωμί, γλυκά του κουταλιού…(κάντε ένα διάλειμμα να σκουπίσετε τα σάλια από το πληκτρολόγιο και συνεχίστε…) Για τον Αθηναίο που έχει συνηθίσει στα πρόχειρα και κακομαγειρεμένα φαγητά, το χωριάτικο τραπέζι είναι ο ένδοξος απόγονος του Λούκουλλου, αλλά και το λούνα παρκ όπου παίζουν ανέμελα η χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια και οι λοιποί φίλοι τους.
Το απόγευμα, όταν και το τελευταίο αρνίσιο μπουτάκι έχει χωνευτεί, πέφτει στο τραπέζι μια φοβερή ιδέα για τσακίρ κέφι: Πάμε μια βόλτα στο υπαίθριο ξενοδοχείο με τους μαρμάρινους σταυρούς, να δούμε τους παλιούς μας φίλους, να αναγαλλιάσει η ψυχή μας! Σιχαίνομαι τα νεκροταφεία, και νομίζω το ίδιο και αυτά εμένα. Αμοιβαία τα αισθήματα, μωρό μου. Και τι απαίσιο έθιμο, να καταδικάζεις τους νεκρούς σου σε επ’άπειρον κάθειρξη χωρίς αναστολή σε ένα κλειστοφοβικό βάραθρο από μπετόν και μάρμαρο, με μόνη ανάμνηση της ύπαρξής τους μια ταφόπλακα και ένα καντήλι! (προς όλους τους συγγενείς και φίλους μου: Όταν με το καλό πεθάνω, θέλω να με ΚΑΨΕΤΕ και να πασαλείψετε τις στάχτες μου στα μούτρα του Χριστόδουλου ή του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου. PLEASE!!!). Και το concept της ταφής γίνεται ακόμα πιο μακάβριο, αν σκεφτεί κανείς πως χάρη στην παραδοσιακή μας συνήθεια να βαφτίζουμε τα παιδιά μας με το όνομα των γονιών μας, η μισή Ελλάδα (εμού συμπεριλαμβανομένου) έχει μια ταφόπλακα με το όνομά της σε κάποιο νεκροταφείο. Να τα χαίρεστε τα έθιμά σας!!!
Μετά; Μετά είναι η ώρα του κουτσομπολιού. Όλα τα μυστικά του χωριού, από την κυρα-Γιαννούλα που κερατώνει τον κυρ-Βαγγέλη με τον Αλβανό που μαζεύει τα καλαμπόκια της, μέχρι το αφηνιασμένο κριάρι που διέλυσε το Yugo των Μακρυγιανναίων στα εξ ων συνετέθη, όλα έρχονται στο φως με ακρίβεια και αξιοπιστία που θα ζήλευε η κάθε Λαμπίρη. Αν ο ρόλος της παπαδιάς στο «Καφέ της Χαράς» σας φάνηκε υπερβολικός, τότε μάλλον δεν είστε από χωριό…
Κάτι άλλο που μου αρέσει στα χωριά είναι το ιδιαίτερο accent των κατοίκων τους. Από τον ξάδερφό μου, παθιασμένο με τα αυτοκίνητα και ιδιαίτερα με τον «Κουμπρέσουρα της Μιρσέντις», μέχρι τον θείο μου, που επέμενε να μας χαρίσει ένα «κνελ» (σχεδόν πνίγηκα από τα γέλια πέντε λεπτά αργότερα, όταν κατάλαβα τι ήταν το «κ’νελ'»!), αυτή η ντοπιολαλιά έχει τη γοητεία της. Στο κάτω-κάτω, αφού μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους εμένα δε μου πέφτει λόγος.
Την επόμενη μέρα ήταν όλα κανονικά. Ψήφισα την θεία μου ως όφειλα (άτιμη πολιτική συνείδηση!), φύγαμε νωρίς για να γλιτώσουμε την κίνηση (***spoiler alert*** Δεν την γλιτώσαμε…), όχι χωρίς τα καθιερωμένα σταυρωτά φιλιά και τα 5 κιλά πατάτες που περίσσεψαν από τη φετινή σοδειά. Αρκετές ώρες αργότερα πήρα μια γερή τζούρα καυσαέριο και ήρθα στα ίσια μου. Είπαμε, είμαι παιδί της πόλης. Ζω στο νέφος και έχω αλλεργία στον καθαρό αέρα. Μάλιστα, λέω να μεταφέρω τα εκλογικά μου δικαιώματα στην Αθήνα…Δεν το ξαναπερνάω αυτό!

Advertisements